Ακόμη και στα αποθέματα χρυσού της Τουρκίας «βάζει χέρι» πλέον ο Ερντογάν, σε μια απελπισμένη προσπάθεια να σταματήσει την πτώση της λίρας, πριν φθάσει η χώρα σε μια συναλλαγματική κρίση όπως αυτή του 2001, που κατέστρεψε το παλαιό πολιτικό σύστημα. Οι προσπάθειες αυτές, όμως, δεν αποδίδουν καρπούς και τον Οκτώβριο η λίρα έχασε 7,5% έναντι του δολαρίου, ανεβάζοντας στο 29% τις απώλειες από την αρχή του χρόνου.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του Παγκόσμιου Συμβουλίου Χρυσού (World Gold Council), τον Οκτώβριο έγιναν για πρώτη φορά πωλήσεις χρυσού από κεντρικές τράπεζες, εδώ και δέκα χρόνια. Ανάμεσα στις τρεις κεντρικές τράπεζες που προχώρησαν σε πωλήσεις ήταν η τράπεζα της Τουρκίας, η οποία προχώρησε σε πώληση 22,3 τόνων χρυσού -οι άλλες δύο ήταν οι κεντρικές τράπεζες του Ουζμπεκιστάν και της Ρωσίας. Αν υποτεθεί ότι αυτή η ποσότητα πωλήθηκε σε μια μέση τιμή 1.900 δολ. ανά ουγκιά, η τουρκική κεντρική τράπεζα συγκέντρωσε από αυτές τις συναλλαγές περισσότερα από 1,3 δισ. δολ.

«Κάηκε» 1 δισ. δολ. για στήριξη 

Σύμφωνα με αναλυτές, η κεντρική τράπεζα της Τουρκίας έχει δύο σοβαρούς λόγους για να προχωρά σε πωλήσεις: αφενός, είναι «στριμωγμένη» από την εξάντληση των συναλλαγματικών της διαθεσίμων, που είναι εδώ και καιρό αρνητικά, αν αφαιρεθούν τα ποσά που έχει δανεισθεί με swaps από εμπορικές τράπεζες. Αφετέρου, η τουρκική κεντρική τράπεζα έχει τη δυνατότητα να αγοράζει χρυσό από την εσωτερική της αγορά σε καλές τιμές και να αξιοποιεί τις υψηλές τιμές που επικρατούν αυτή την περίοδο διεθνώς για το πολύτιμο μέταλλο.

Όμως, η πρακτική της ρευστοποίησης χρυσού, εκτός ότι προδίδει απελπισία και τροφοδοτεί μεγαλύτερη πίεση της λίρας στην αγορά, δεν είναι αρκετή για να συγκρατήσει την πτώση του νομίσματος. Μόνο αυτή την εβδομάδα, που η λίρα ξέφυγε πέρα και από την ισοτιμία των 8 λιρών με το δολάριο, πληροφορίες του Bloomberg ανέφεραν ότι οι κρατικές εμπορικές τράπεζες της Τουρκίας «έκαψαν» περισσότερα από 1 δισ. δολ. σε παρεμβάσεις στήριξης, αλλά το αποτέλεσμα ήταν απλώς να επιβραδύνουν την πτώση.

Η ραγδαία διολίσθηση των τελευταίων ημερών αποδίδεται πρωτίστως στην απογοήτευση της αγοράς από την απόφαση της κεντρικής τράπεζα να μην προχωρήσει σε νέα αύξηση των επιτοκίων, καθώς ο Ερντογάν δεν έχει εγκαταλείψει την άποψη ότι η οικονομία θα πρέπει να υποστηριχθεί με χαμηλά επιτόκια και άφθονα τραπεζικά δάνεια. Επίσης, οι αντιπαραθέσεις με τις ΗΠΑ και την Ευρώπη, που αυξάνουν τον κίνδυνο επιβολής κυρώσεων στην Τουρκία, σίγουρα δεν βοήθησαν το εθνικό νόμισμα.

Πληθωρισμός άνω του 12%

Τα επιτόκια κρατιούνται πολύ χαμηλότερα από τον πληθωρισμό, που ακόμη και η κεντρική τράπεζα παραδέχεται ότι θα ξεπεράσει φέτος το 12%. Όμως, εν μέρει και επειδή η κεντρική τράπεζα «σφίγγει τα λουριά» στις εμπορικές τράπεζες, αυξάνοντας άλλα επιτόκια πέραν του βασικού της, οι συνθήκες στο τραπεζικό σύστημα φαίνεται ότι μεταβάλλονται ραγδαία, καθώς οι τράπεζες κλείνουν τις στρόφιγγες του δανεισμού σε επιχειρήσεις και νοικοκυριά.

Ο επικεφαλής οικονομολόγος του Institute of International Finance (IIF, θυγατρική της Παγκόσμιας Τράπεζας) εκτιμά ότι η τάση της πιστωτικής επέκτασης αναστρέφεται πολύ έντονα. Όπως τόνισε ο Ρόμπιν Μπρουκς, που έχει διατελέσει επικεφαλής του τομέα συναλλάγματος της Citigroup, ο ρυθμός αύξησης των δανείων υποχωρεί σημαντικά και αυτό θα οδηγήσει τη χώρα σε βαθιά ύφεση. Μέσα από αυτή την ύφεση, θα έλθει και η σταθεροποίηση της λίρας, καθώς θα συρρικνωθεί το έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.

Κάπως έτσι, η προσπάθεια του Ερντογάν να στηρίξει την οικονομία, δίνοντας εντολή στις κρατικές τράπεζες να δανείζουν αφειδώς, όχι μόνο «γονάτισε» το εθνικό νόμισμα, αλλά θα έχει και το αντίθετο από το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αφού η ύφεση θα είναι ακόμη βαθύτερη, χωρίς να υπολογίζονται μάλιστα οι συνέπειες κατά το τελευταίο δίμηνο του έτους από την επάνοδο της πανδημίας στη διεθνή οικονομία.

Πηγή: sofokleousin.gr