Σαφή δέσμευση για υποστήριξη της Ελλάδας και των άλλων υπερχρεωμένων οικονομιών, εάν ξεφύγει από τον έλεγχο το κόστος δανεισμού τους, διατυπώνει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, αφήνοντας ανοικτό το ενδεχόμενο να ενεργοποιηθεί εκ νέου το μεγάλο, έκτακτο πρόγραμμα αγοράς ομολόγων (PEPP) που είχε τεθεί σε εφαρμογή στη διάρκεια της πανδημίας και έληξε τον Μάρτιο. Παράλληλα, οι κεντρικοί τραπεζίτες προαναγγέλλουν αύξηση επιτοκίου τον Ιούλιο κατά 0,25% για να τεθεί υπό έλεγχο ο πληθωρισμός.

Την ώρα που η απόδοση των ελληνικών δεκαετών ομολόγων έχει εκτιναχθεί κοντά στο 4%, προκαλώντας ανησυχία για το κόστος δανεισμού της χώρας, η ΕΚΤ δηλώνει την ετοιμότητά της να αντιμετωπίσει με δραστικό τρόπο πιθανό κατακερματισμό της αγοράς ομολόγων, δηλαδή τη φυγή κεφαλαίων από τα ομόλογα των ασθενέστερων οικονομιών, που θα προκαλούσε μεγάλη αύξηση στα spread.

Όπως τονίζεται στο ανακοινωθέν του συμβουλίου,

  • Στην περίπτωση νέου κατακερματισμού στις αγορές που σχετίζεται με την πανδημία, οι επανεπενδύσεις στο πλαίσιο του προγράμματος PEPP μπορούν ανά πάσα στιγμή να προσαρμοστούν με ευελιξία ως προς τον χρόνο, τις κατηγορίες στοιχείων ενεργητικού και τις χώρες.
  • Η ευελιξία αυτή θα μπορούσε να συμπεριλαμβάνει την αγορά ομολόγων που εκδίδει η Ελληνική Δημοκρατία επιπλέον της αξίας των ομολόγων που επανεπενδύεται στη λήξη τους, προκειμένου να αποφευχθεί η διακοπή των αγορών στη συγκεκριμένη χώρα, η οποία θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά τη μετάδοση της νομισματικής πολιτικής προς την ελληνική οικονομία, ενώ αυτή εξακολουθεί να ανακάμπτει από τις επιπτώσεις της πανδημίας.

Το σημαντικότερο σημείο της ανακοίνωσης, όμως, που δεν έχει επαναληφθεί σε προηγούμενες είναι αυτό όπου προαναγγέλλεται, εάν χρειαστεί, ακόμη και η ενεργοποίηση εκ νέου του έκτακτου προγράμματος για αγορές ομολόγων, PEPP, το οποίο υπήρξε, ως γνωστόν, σωτήριο για την ελληνική οικονομία τον Μάρτιο του 2020, όταν αυξάνονταν συνεχώς οι αποδόσεις των ομολόγων και η χώρα βρέθηκε κοντά σε κίνδυνο αποκλεισμού από την αγορά.

Όπως σημειώνεται στο ανακοινωθέν, «οι καθαρές αγορές μέσω του PEPP θα μπορούσαν να ξεκινήσουν εκ νέου, εφόσον κριθεί αναγκαίο, για την αντιμετώπιση των κραδασμών εξαιτίας της πανδημίας».

Μπαράζ αυξήσεων στα επιτόκια

Σε ό,τι αφορά τη νομισματική πολιτική, η ΕΚΤ χρησιμοποιεί αυστηρή γλώσσα για τον πληθωρισμό, αν και δεν έγιναν δεκτές οι εισηγήσεις των πιο «σκληρών» του συμβουλίου, για μια άμεση αύξηση επιτοκίου κατά 0,50%. Όπως τονίζεται, «ο υψηλός πληθωρισμός αποτελεί μεγάλη πρόκληση για όλους μας. Το Διοικητικό Συμβούλιο θα διασφαλίσει ότι ο πληθωρισμός θα επιστρέψει στον στόχο του 2% μεσοπρόθεσμα».

Για τα επιτόκια, αναγγέλλεται η απόφαση του συμβουλίου «να αυξήσει τα βασικά επιτόκια της ΕΚΤ κατά 25 μονάδες βάσης κατά τη συνεδρίαση νομισματικής πολιτικής του Ιουλίου», αφού θα έχει ήδη οδηγηθεί στη λήξη του και το τακτικό πρόγραμμα αγοράς ομολόγων. Στη συνέχεια, η ΕΚΤ αναγγέλλει και νέα αύξηση τον Σεπτέμβριο, αλλά αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο το ποσοστό της αύξησης να είναι μεγαλύτερο, δηλαδή 0,50%.

Όπως αναφέρει το ανακοινωθέν, «το ύψος αυτής της αύξησης των επιτοκίων θα εξαρτηθεί από τις επικαιροποιημένες μεσοπρόθεσμες προοπτικές για τον πληθωρισμό. Εάν οι μεσοπρόθεσμες προοπτικές για τον πληθωρισμό επιμείνουν ή επιδεινωθούν, θα είναι ενδεδειγμένη μια επιπλέον αύξηση κατά τη συνεδρίαση του Σεπτεμβρίου».

Για την περίοδο μετά τον Σεπτέμβριο, η ΕΚΤ προαναγγέλλει και άλλες αυξήσεις στα επιτόκια. Όπως σημειώνει, «μετά τον Σεπτέμβριο, με βάση την τρέχουσα αξιολόγησή του, το Διοικητικό Συμβούλιο προβλέπει ότι η ενδεδειγμένη πορεία θα είναι μια σειρά σταδιακών αλλά συνεχών περαιτέρω αυξήσεων των επιτοκίων. Σύμφωνα με τη δέσμευση του Διοικητικού Συμβουλίου για στόχο 2% μεσοπρόθεσμα, ο ρυθμός με τον οποίο το Διοικητικό Συμβούλιο προσαρμόζει τη νομισματική πολιτική του θα εξαρτηθεί από τα εισερχόμενα στοιχεία και το πώς αξιολογεί την εξέλιξη του πληθωρισμού σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα».

Ουσιαστικά, οι κεντρικοί τραπεζίτες χαράζουν με τη σημερινή τους ανακοίνωση μια πορεία συνεχούς αύξησης στα επιτόκια μέχρι να τεθεί υπό έλεγχο ο πληθωρισμός. Αυτό το «σφίξιμο» της νομισματικής πολιτικής υπαγορεύεται από τις νεότερες προβλέψεις της ΕΚΤ για τον πληθωρισμό, που δείχνουν ότι θα παραμείνει πάνω από τον στόχο του 2% ολόκληρη την περίοδο 2022 – 2024.

Πηγή: sofokleousin.gr