Ορατός είναι πλέον ο κίνδυνος φιάσκου με το πρόγραμμα των εγγυημένων από το Δημόσιο δανείων, που αποτελεί και το σημαντικότερο χρηματοδοτικό εργαλείο εν μέσω της κρίσης του κορονοϊού, καθώς το ποσό που ζητούν οι επιχειρήσεις με τις αιτήσεις για δάνεια είναι σχεδόν 6 φορές μεγαλύτερες από το ποσό που θα διατεθεί, χωρίς τυπικά να έχει κλείσει η διαδικασία της υποβολής αιτήσεων.

Ειδικότερα, ενώ σε αυτό τον κύκλο του προγράμματος που έχει ενεργοποιηθεί μέσω του Ταμείου Εγγυοδοσίας της Αναπτυξιακής Τράπεζας το Δημόσιο εισφέρει εγγυήσεις 1 δισ. ευρώ για να χορηγήσουν οι τράπεζες δάνεια της τάξεως των 3,5 δισ. ευρώ, οι αιτήσεις των επιχειρήσεων πλησιάζουν το ποσό των 20 δισ. ευρώ, σύμφωνα με πληροφορίες.

Η υποβολή των αιτήσεων δεν έχει σταματήσει, αλλά ήδη οι τράπεζες αποθαρρύνουν τους πελάτες τους να υποβάλλουν νέες. Η ζήτηση είναι τόσο μεγάλη, που ακόμη και αν ενεργοποιηθεί άμεσα και ο δεύτερος κύκλος του προγράμματος, με εγγυήσεις 1 δισ. ευρώ για πρόσθετα δάνεια 7 δισ. ευρώ, οι περισσότεροι από τους αιτούντες θα μείνουν «εκτός νυμφώνος».

Σημειώνεται ότι οι τράπεζες ήδη έχουν εφαρμόσει μέτρα που οδηγούν σε «κόψιμο» αιτήσεων, καθώς ζητούν εγγυήσεις και για το 20% του δανείου που δεν καλύπτεται από το εγγυοδοτικό πρόγραμμα, ή προχωρούν σε πολύ αυστηρές διαδικασίες αξιολόγησης των επιχειρήσεων, με αναφορές για «κόψιμο» αιτήσεων ακόμη και επειδή ένας εταίρος μικρή συμμετοχή είχε κάποια μικρή καθυστερούμενη οφειλή σε τράπεζα.

Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, κυβέρνηση και τράπεζες είχαν υποτιμήσει τις ανάγκες ρευστότητας της αγοράς, τις οποίες γίνεται προσπάθεια να καλύψει αυτό το πρόγραμμα, στο οποίο έχουν δικαίωμα συμμετοχής από τις μικρότερες επιχειρήσεις, μέχρι κολοσσούς για τα ελληνικά δεδομένα, όπως η Aegean, που έχει δηλώσει την πρόθεση να ζητήσει δάνεια 150 εκατ. ευρώ.

Το πρόβλημα της αναντιστοιχίας των πόρων του προγράμματος με τις ανάγκες της αγοράς επιδεινώνεται και από την πολιτική των τραπεζών, οι οποίες, όπως έχει επισημάνει πρόσφατα και το Δημοσιονομικό Συμβούλιο, κατευθύνουν πελάτες στα εγγυημένα δάνεια, στους οποίους θα χορηγούνταν «συμβατικά» τραπεζικά δάνεια. Όπως επισήμανε το Δημοσιονομικό Συμβούλιο στην εαρινή έκθεσή του:

  • Οι πιστώσεις που θα κατευθυνθούν προς τα εγγυημένα δάνεια πιθανόν να μην αποτελέσουν νέους πρόσθετους χρηματοδοτικούς πόρους που θα αυξάνουν τη συνολική χρηματοδότηση της οικονομίας, αλλά απλή ανακατεύθυνση υφιστάμενων κεφαλαίων που θα είχαν διατεθεί ούτως ή άλλως στην αγορά από τα πιστωτικά ιδρύματα, αλλά σε άλλους δανειολήπτες.
  • Στην περίπτωση αυτή είναι πιθανό η κρατική παρέμβαση να αποκτήσει και μια στρεβλωτική διάσταση, στο μέτρο που μπορεί να μετατοπίσει χρηματοδοτήσεις προς λιγότερο αποδοτικά επενδυτικά σχέδια.
  • Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να οδηγήσει σε επιδείνωση της ποιότητας του δανειακού χαρτοφυλακίου των τραπεζών και ενδεχομένως σε δημιουργία μιας νέας γενιάς μη εξυπηρετούμενων δανείων, με πιθανές αυξημένες καταπτώσεις και κατ’ ακολουθία πρόσθετο δημοσιονομικό κόστος.

Σε κάθε περίπτωση, το μεγάλο ερώτημα είναι πώς θα αντιμετωπισθεί η μεγάλη αναντιστοιχία των ζητούμενων πιστώσεων με τους πόρους του προγράμματος, δηλαδή πώς θα αποκλείσουν οι τράπεζες τεράστιο αριθμό δικαιούχων, χωρίς να ξεσηκωθεί ένα κύμα δυσαρέσκειας του επιχειρηματικού κόσμου που θα στραφεί εναντίον και της κυβέρνησης. Προφανώς, βέβαια, το κύριο πρόβλημα για την οικονομία είναι πώς θα καλυφθούν οι πιεστικές ανάγκες των επιχειρήσεων για ρευστότητα, εάν και το πολυδιαφημισμένο πρόγραμμα των εγγυημένων δανείων αποδειχθεί κατώτερο των περιστάσεων.

Πηγή: sofokleousin.gr