Άμεσο κίνδυνο ασφυξίας με καταστροφικές συνέπειες για την οικονομία αντιμετωπίζουν οι ελληνικές επιχειρήσεις, που εκτιμάται από την Εθνική Τράπεζα ότι θα χάσουν φέτος τζίρο της τάξεως των 50 δισ. ευρώ και χρειάζονται 15,5 δισ. ευρώ πρόσθετης ρευστότητας από κρατικά προγράμματα και τις τράπεζες για να αποφύγουν τα χειρότερα.

Οι αναλυτές της Εθνικής εμφανίζονται αισιόδοξοι ότι αυτά τα 15,5 δισ. ευρώ μπορούν να βρεθούν από τα κρατικά προγράμματα ενίσχυσης ρευστότητας, όπως το Εγγυοδοτικό και το ΤΕΠΙΧ της Αναπτυξιακής Τράπεζας, από τα οποία μπορούν να προσφερθούν περί τα 9 δισ. ευρώ. Επιπλέον, 6,5 δισ. ευρώ εκτιμάται ότι μπορούν να δοθούν από τις τράπεζες ως νέα δάνεια και παροχές ρευστότητας με χρήση πιστωτικών γραμμών που ήδη έχουν εγκριθεί.

Όμως, η ως τώρα εμπειρία από τα προγράμματα ρευστότητας του Δημοσίου και ιδιαίτερα οι δυσκολίες στη χορήγηση δανείων στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, όπως και η πολύ συντηρητική πολιτική που ακολουθούν οι τράπεζες στην εκταμίευση νέων δανείων δημιουργούν αμφιβολίες για το αν θα είναι επιτυχής, τελικά, η τεράστια κινητοποίηση που χρειάζεται να γίνει τους επόμενους μήνες για τη στήριξη των επιχειρήσεων.

Οι αναλυτές της Εθνικής κατήρτισαν ένα συγκεντρωτικό ισολογισμό των ελληνικών επιχειρήσεων με βάση ένα δείγμα 30.000 επιχειρήσεων και έλαβαν υπόψη την επίδραση των ως τώρα μέτρων στήριξης των επιχειρήσεων. Όπως τονίζεται στην ανάλυση, οι κίνδυνοι για τις επιχειρήσεις είναι πολύ σοβαροί και δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο χρηματοοικονομικής ασφυξίας:

  • «Η ξαφνική εκδήλωση και η ένταση της διαταραχής, που αποτυπώνεται στην πρωτοφανή κάμψη του κύκλου εργασιών του επιχειρηματικού τομέα κατά 31,8% ετησίως το δίμηνο Απριλίου-Μαΐου, δημιούργησε μία ακόμη μεγαλύτερη πρόκληση: αν δεν αντιμετωπιστεί έγκαιρα η έντονη συρρίκνωση της επιχειρηματικής δραστηριότητας – μέσω κατάλληλων δράσεων από τις επιχειρήσεις και επαρκή βοήθεια από το κράτος και το χρηματοπιστωτικό σύστημα – τότε μπορεί να δημιουργηθούν σοβαρές δυσλειτουργίες στο κύκλωμα διάχυσης της ρευστότητας στην οικονομία, εξαιτίας των λεγόμενων χρηματοπιστωτικών τριβών (financial frictions), οι οποίες μπορεί, εν τέλει, να οδηγήσουν ακόμη και σε χρηματοοικονομική ασφυξία, επιτείνοντας το πλήγμα στην οικονομία (credit/liquidity crunch). Μια τέτοια εξέλιξη μπορεί να εξαντλήσει τα όρια αντοχής ακόμη και υγειών επιχειρήσεων, οδηγώντας σε αθετήσεις υποχρεώσεων, κλείσιμο επιχειρήσεων, συρρίκνωση της απασχόλησης και ακόμη πιο βαθιά ύφεση.

Το κενό ρευστότητας στις επιχειρήσεις θα φθάσει τα 33 δισ. ευρώ. «Υποθέτοντας ότι η πανδημία στην Ελλάδα θα παραμείνει υπό έλεγχο μέχρι το τέλος του έτους και σε αντιστοιχία με ένα σενάριο συρρίκνωσης του ΑΕΠ κατά 7,5% στο σύνολο του 2020, εκτιμούμε ότι οι πωλήσεις του επιχειρηματικού τομέα θα μειωθούν κατά 19% το 2020 (δηλαδή, περίπου κατά €50 δισ.)», σημειώνουν οι αναλυτές και προσθέτουν: «Η εν λόγω πτώση της ζήτησης (παρά την προσπάθεια περιορισμού του κόστους μέσω, μεταξύ άλλων, μείωσης της δαπάνης για πρώτες ύλες από την πλευρά των επιχειρήσεων) εκτιμάται ότι θα περιορίσει τα ταμειακά διαθέσιμα για το 84% του επιχειρηματικού τομέα, δημιουργώντας ένα κενό ρευστότητας της τάξης των €33 δις. Στο σημείο αυτό, επισημαίνουμε ότι οι υψηλότερες ανάγκες για κεφάλαιο κίνησης παρουσιάζονται στον κλάδο του εμπορίου (€12 δις), ενώ οι πιο επείγουσες στην εστίαση (55% των πωλήσεων)».

Για να αντιμετωπισθεί αυτή η πρόκληση, και με δεδομένο ότι τα ως τώρα μέτρα που έχουν ληφθεί κλείνουν το χάσμα ρευστότητας κατά περίπου 12 δισ. ευρώ, η Εθνική τονίζει ότι απαιτείται μεγάλη ένεση ρευστού στον επιχειρηματικό τομέα. Όπως σημειώνεται στην ανάλυση, «υποθέτοντας ότι οι επιχειρήσεις θα χρησιμοποιήσουν το ½ του διαθέσιμου «ταμειακού μαξιλαριού» που έχουν (περίπου €6 δις), το εναπομείναν κενό ρευστότητας περιορίζεται στα €15,5 δις, το οποίο εκτιμούμε ότι μπορεί να καλυφθεί κατά το μεγαλύτερο μέρος του από:

– Την αξιοποίηση των εγγυοδοτικών προγραμμάτων και των ΤΕΠΙΧ (€9 δις), καθώς και

– την παροχή νέων δανείων και αναχρηματοδοτήσεων, καθώς και

– Την πληρέστερη χρήση των πιστωτικών γραμμών».

Με αυτές τις παρεμβάσεις, εκτιμάται ότι «το κενό ρευστότητας που δημιούργησε η πτώση της ζήτησης λόγω πανδημίας σχεδόν καλύπτεται. Έτσι, φαίνεται ότι λειτουργεί ένα επιτυχές “φρένο” στις δευτερογενείς επιδράσεις της υγειονομικής κρίσης στην ελληνική οικονομία (που θα πρόκυπταν από τη χρηματοοικονομική ασφυξία ενός σημαντικού ποσοστού επιχειρήσεων), υπό την προϋπόθεση ότι η υγειονομική κρίση παραμένει υπό έλεγχο στο υπόλοιπο του έτους».

Πηγή: sofokleousin.gr