Παρατηρήσεις της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων και της Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδος στα νομοσχέδια του υπουργείου Δικαιοσύνης για την πιλοτική δίκη στον Άρειο Πάγο, κ.λπ. και για την ανασυγκρότηση της Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών (ΕΣΔΙ).

Η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων (ΕΔΕ) και η Ένωση Εισαγγελέων Ελλάδος (ΕΕΕ) απέστειλαν στο υπουργείο Δικαιοσύνης τις παρατηρήσεις τους επί των δύο νομοσχεδίων.

Ειδικότερα, η ΕΔΕ απέστειλε τις παρατηρήσεις της επί του νομοσχεδίου για την «ταχεία πολιτική δίκη, προσαρμογή των διατάξεων της πολιτικής δικονομίας για την ψηφιοποίηση της πολιτικής δικαιοσύνης και άλλες τροποποιήσεις στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας» και η ΕΕΕ απέστειλε τις παρατηρήσεις της επί του νομοσχεδίου για τις αλλαγές (ΕΣΔΙ).

ολόκληρη η ανακοίνωση:

«Η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων από την πρώτη στιγμή που έγινε γνωστή η πρόθεση του Υπουργείου Δικαιοσύνης για τροποποίηση του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, αιτήθηκε επίσημα τη συμμετοχή της στη νομοπαρασκευαστική επιτροπή, προκειμένου να συνεισφέρει στην επιστημονική συζήτηση, ώστε να αξιοποιήσει ο νομοθέτης την συλλογική πείρα του Δικαστικού Σώματος με σκοπό την αρτιότερη νομοθέτηση. Δυστυχώς το Υπουργείο αρνήθηκε να συμπεριλάβει την Ένωσή μας στην νομοπαρασκευαστική επιτροπή, όπως συστηματικά απέκλεισε όλες τις Δικαστικές Ενώσεις από όλες τις νομοπαρασκευαστικές επιτροπές και νομοθετικές διαδικασίες που σχετίζονται με τροποποίηση νομοθετημάτων που επηρεάζουν την επαγγελματική και υπηρεσιακή ζωή δικαστών και εισαγγελέων (νέος νόμος για ΕΣΔΙ, νέος Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων κ.α.). Αποτέλεσμα αυτής της στάσης είναι η Ένωση να ενημερωθεί επίσημα για το περιεχόμενο του προωθούμενο νομοσχεδίου κατά τη θέση του σε διαβούλευση στα τέλη Αυγούστου, με συντομότατη ημερομηνία εκπνοής της διαβούλευσης την 02.09.2021. Είναι σαφές ότι η στάση αυτή δεν διευκολύνει καθόλου την ανάπτυξη επιστημονικού διαλόγου και διαμορφώνει ασφυκτικές χρονικά συνθήκες, προκειμένου οι προτάσεις μας για την αναμόρφωση του ΚΠολΔ να έχουν την αναγκαία πληρότητα. Ακολούθως παρακάτω εκτίθεται ο σχολιασμός και η θέση μας επί των πιο δραστικών κατά τη γνώμη μας αλλαγών του Κώδικα και ιδίως εκείνων στις οποίες είναι αναγκαίες νομοτεχνικές βελτιώσεις ή και η πλήρης απόσυρσή τους.
 
20Α: Πιλοτική δίκη στον ΑΠ
Ως προς τον νέο θεσμό της πιλοτικής δίκης: Η ενοποίηση της νομολογίας και η ταχύτερη επίλυση των διαφορών αποτελεί διαχρονικό στόχο του νομοθέτη. Με το νέο θεσμό της πιλοτικής δίκης ο νομοθέτης φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει το φαινόμενο του πολυκερματισμού της νομολογίας, σε «ζητήματα γενικότερου ενδιαφέροντος που έχουν συνέπειες για ευρύτερο κύκλο προσώπων». Ανεξάρτητα από το γεγονός ότι στο ελληνικό σύστημα η νομολογία ακόμα και των Ανωτάτων Δικαστηρίων δεν αποτελεί πηγή δικαίου, ο στόχος της ενότητας της νομολογίας είναι σημαντικός, θεωρούμε όμως ότι η διάταξη του άρθρου 20Α, όπως περιλαμβάνεται στο νομοσχέδιο εμφανίζεται προβληματική τόσο στο επίπεδο της συμβατότητας με το διάχυτο και παρεμπίπτοντα έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων, όσο και με τη νομοτεχνική του συνοχή. Ειδικότερα:
–          Η πρόβλεψη ότι μπορεί να εισαχθεί στην Ολομέλεια του ΑΠ οποιοδήποτε ένδικο βοήθημα ή μέσο, δίνει τη δυνατότητα σε πολύ πρώιμο στάδιο να ασχοληθεί το Ανώτατο Ακυρωτικό με ζητήματα γενικότερου ενδιαφέροντος, πριν ακόμα δηλαδή προλάβουν να αποκτήσουν την ιδιότητά τους ως γενικότερου ενδιαφέροντος. Η διέλευση ενός νομικού ζητήματος τουλάχιστον από τον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας πυροδοτεί τον επιστημονικό διάλογο, ο οποίος πάντα αναπτύσσεται κατά την επεξεργασία περισσότερων από μία υποθέσεων που αντιμετωπίζουν το ίδιο ζήτημα. Η απώλεια του σταδίου αυτού, είναι βέβαιο ότι θα φτωχύνει τη νομική συζήτηση που εκκινά από τις αποφάσεις του πρώτου βαθμού, αποτελεί κομμάτι του νομικού μας πολιτισμού και έχει λειτουργήσει δικαιοπαραγωγικά για δεκαετίες. Ταυτόχρονα θα επιφορτίσει το Ανώτατο Ακυρωτικό με εκατοντάδες αβάσιμα αιτήματα, πρώιμης παρέμβασης, δημιουργώντας νέο πεδίο δικαιοδοτικής κρίσης, ήτοι αυτό της Τριμελούς Επιτροπής η οποία θα πρέπει αιτιολογημένα να απαντά για τις προϋποθέσεις που καθιστούν ή όχι κάθε ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος που έχει συνέπειες για ευρύτερο κύκλο προσώπων.
–          Ζήτημα δημιουργείται για το αν στα «ζητήματα γενικότερου ενδιαφέροντος» εντάσσονται και τα θέματα συνταγματικότητας των νόμων. Εδώ, κατά τη γνώμη μας, υπάρχει προφανής αντίφαση μεταξύ της πιλοτικής δίκης για ζήτημα συνταγματικότητας και του διάχυτου και παρεμπίπτοντος ελέγχου συνταγματικότητας, καθώς η πιλοτική δίκη με τον τρόπο αυτό διαμορφώνει στην ουσία εκ πλαγίου Συνταγματικό Δικαστήριο, το οποίο όμως δεν υφίσταται στο δικό μας σύστημα και αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 87 παρ.2 και 93 παρ.4 του Συντάγματος. Είναι βέβαιο ότι σκοπός του νομοσχεδίου είναι να περιλάβει στο εύρος των ζητημάτων που θα απασχολούν την πιλοτική δίκη και τα ζητήματα συνταγματικότητας (ή κυρίως αυτά), πλην όμως η ρητή αναφορά της Ανάλυσης Συνεπειών Ρύθμισης ως προς τη διατήρηση του διάχυτου και παρεμπίπτοντος ελέγχου συνταγματικότητας καθίσταται, ως προς αυτό, αντιφατική. Έχουμε τη γνώμη ότι η ύπαρξη μειοψηφίας στην Ολομέλεια του ΑΠ και η μετατόπιση της θέσης της Ολομέλειας στο παρελθόν για σημαντικά ζητήματα αποτελούν πλούτο του συστήματός μας, τον οποίο θα υπονομεύσει η πιλοτική δίκη, εφόσον δυσχεράνει τη δυνατότητα του ΑΠ να αναθεωρεί προηγούμενη θέση του σε πιλοτική δίκη. Η υπάρχουσα πρόβλεψη του άρθρου 563 ΚΠολΔ για ενασχόληση της Ολομέλειας του ΑΠ με ζητήματα συνταγματικότητας ή γενικότερου ενδιαφέροντος ή για την ενότητα της νομολογίας, είναι πληρέστερη και απολύτως πιο συμβατή με το σύστημά μας, αφού με τη διαδικασία αυτή επιλύονται ώριμα επιστημονικά ζητήματα, κατά την κρίση του Ανώτατου Ακυρωτικού.  
–          Στο καθαρά νομοτεχνικό σκέλος θεωρούμε ότι η διάταξη θα πρέπει να αποσυρθεί, γιατί θα δημιουργήσει σημαντικά προβλήματα λόγω και των τεχνικών αστοχιών που ήδη παρατηρούνται: η πρόβλεψη ότι η πράξη της Επιτροπής δημοσιεύεται σε δύο (2) ημερήσιες εφημερίδες των Αθηνών και η δημοσίευση συνεπάγεται την αναστολή εκδίκασης των εκκρεμών υποθέσεων στις οποίες τίθεται το ίδιο ζήτημα με απόφαση των δικαστηρίων της ουσίας είναι ελλιπής. Με τον τρόπο αυτό δεν θα είναι δυνατό να ενημερωθούν άμεσα οι δικαστικοί σχηματισμοί και η αναφερόμενη στην διάταξη αναστολή των εκκρεμών υποθέσεων θα τίθεται απολύτως στη διακριτική ευχέρεια των διαδίκων. Επιπλέον, δεν προβλέπεται αν η αναστολή γίνεται αυτοδικαίως (π.χ. με πράξη του Προϊσταμένου) ή μετά από συζήτηση της υπόθεσης κατ΄ αναλογία με τα άρθρα 249 και 250 ΚΠολΔ. Καμία πρόβλεψη δεν υπάρχει για το αν η αναστολή καταλαμβάνει και τις περιπτώσεις που η αγωγή πάσχει αοριστίας. Επιπλέον, ζήτημα γεννάται για την τύχη της δίκης, σε περίπτωση αντικειμενικής ή επικουρικής σώρευσης αγωγών, όταν το προς επίλυση ζήτημα αφορά μία από τις νομικές βάσεις. Ουδεμία πρόβλεψη υπάρχει στη διάταξη ως προς το στάδιο που καταλαμβάνει η αναστολή των υποθέσεων. Το αν ως εκκρεμείς νοούνται και οι ήδη συζητηθείσες ή όχι, παραμένει ερώτημα. Η δε πρόβλεψη της δυνατότητας παρέμβασης στη δίκη μπορεί να δημιουργήσει χαοτική κατάσταση παραστάσεων ενώπιον της Ολομέλειας του ΑΠ. Ακόμη, η δυνατότητα παρέμβασης στη δίκη ενώπιον της πλήρους Ολομέλειας κάθε διαδίκου σε εκκρεμή δίκη, στην οποία τίθεται το ίδιο ζήτημα, για να προβάλει τους ισχυρισμούς του, γεννά ζητήματα ως προς την επέκταση της δεσμευτικότητας επί του επιλυθέντος ζητήματος για εκείνον που παρεμβαίνει. Η δεσμευτικότητα που περιγράφεται στην παράγραφο 5 του νέου άρθρου 20Α δεν μπορεί να καταλαμβάνει τη δίκη ενός παρεμβαίνοντα, ενώ δεν  έχουν μετάσχει οι αντίδικοί του.
Θεωρούμε ότι λόγω της σοβαρότατης απόκλισης της διάταξης από τις επιλογές του συνταγματικού νομοθέτη, καθώς και των λοιπών αστοχιών της, θα πρέπει να αποσυρθεί πλήρως.
 
179 ΚΠολΔ:
Μερικός συμψηφισμός εξόδων και στην περίπτωση της εύλογης αμφιβολίας για την έκβαση της δίκης. Η διάταξη κινείται στη σωστή κατεύθυνση, καθώς δίνει διέξοδο στο Δικαστήριο, όταν η υπόθεση εκ της φύσεώς της δημιούργησε στον διάδικο που ηττήθηκε εύλογα την πεποίθηση ότι είχε δικαίωμα δικαστικής προστασίας, χωρίς το ζήτημα να είναι καθαρά νομικό. Με τον τρόπο αυτό δίδεται η δυνατότητα στο δικαστήριο να μετριάσει τις οικονομικές συνέπειες της ήττας ενός διαδίκου που δεν κινητοποίησε καταχρηστικά τον μηχανισμό απονομής δικαιοσύνης, καθώς η τελική του ήττα δεν ήταν εξαρχής προφανής.
 
237 ΚΠολΔ
Η διάταξη του άρθρου 237 ΚΠολΔ, με τη μέχρι σήμερα μορφή της, είναι εκείνη που περιγράφει τη νέα τακτική διαδικασία, όπως εισήχθη με τον ν. 4335/2015. Η νέα τακτική διαδικασία, παρά τις δογματικές δυσχέρειες που δημιούργησε τόσο στο χώρο των επιδόσεων, όσο και λόγω του καταρχήν αποκλεισμού του εμμάρτυρου μέσου από την αποδεικτική διαδικασία, πέτυχε σε γενικές γραμμές τον στόχο της επιτάχυνσης στην έκδοση των δικαστικών αποφάσεων, μειώνοντας σημαντικά το μέσο χρόνο δημοσίευσης γεγονός που καταγράφεται σωστά στην Ανάλυση Συνεπειών Ρύθμισης του νομοσχεδίου. Σημαντική ως προς αυτό κρίνεται η πρόβλεψη του τελευταίου εδαφίου του άρθρου 237 παρ.4, σύμφωνα με το οποίο δεν είναι δυνατή η χορήγηση αναβολής, η οποία ορθώς διατηρείται και στο υπό κρίση νομοσχέδιο.
Ενώ όμως η επί πενταετία εφαρμογή του ν. 4335/2015, οδήγησε στην σταδιακή επίλυση ζητημάτων που προέκυψαν τα πρώτα χρόνια εφαρμογής, με την προτεινόμενη διάταξη ο νομοθέτης επεμβαίνει αδικαιολόγητα σε τμήματα του νόμου που προβλημάτισαν ελάχιστα την πράξη, περιπλέκοντας ουσιαστικά τη διαδικασία και θεσπίζοντας ρυθμίσεις ιδίως στην αποδεικτική διαδικασία που θα οδηγήσουν σε σημαντική καθυστέρηση στην έκδοση των αποφάσεων. Ειδικότερα:
–          Αλλαγή του τρόπου υπολογισμού του χρόνου υποβολής προτάσεων. Αντί της αφετηρίας του χρόνου κατάθεσης, ως ίσχυε, πλέον αφετηρία γίνεται ο χρόνος παρέλευσης της προθεσμίας επίδοσης του άρθρου 215 ΚΠολΔ, το οποίο δεν τροποποιείται. Για διάδικο γνωστής διαμονής, η προθεσμία επίδοσης της αγωγής παραμένει 30 ημέρες από την παρέλευση της οποίας εκκινά ο χρόνος 90 ημερών για την υποβολή προτάσεων, εκτός αν ο ίδιος ή ομόδικός του είναι αγνώστου διαμονής ή κάτοικος αλλοδαπής, οπότε η προθεσμία παρατείνεται σε 120 ημέρες μετά τη λήξη της 60μερης προθεσμίας του 215παρ.2 ΚΠολΔ. Θεωρούμε ότι η διάταξη, παρόλο που έχει στόχο να δώσει περισσότερο χρόνο προετοιμασίας στον εναγόμενο, δημιουργεί μια νέα αφετηρία υπολογισμού, ήτοι την εκπνοή των προθεσμιών επίδοσης, που διαφέρει από εκείνη του υπολογισμού του χρόνου κατάθεσης προτάσεων επί της προσεπίκλησης, παρεμπίπτουσας αγωγής κλπ, που εκκινά από την κατάθεση της αγωγής και διαφέρει και από τον χρόνο υπολογισμού της μετά από κήρυξη αναρμοδιότητας ή απαράδεκτης συζήτησης, που εκκινά από την κατάθεση της κλήσης. Αυτή η πολλαπλότητα στα αφετηριακά γεγονότα των ενδίκων βοηθημάτων προβλέπεται να δημιουργήσει πολυπλοκότητα και δυσχέρειες στην εφαρμογή τόσο για τους νομικούς παραστάτες, όσο και για τις γραμματείες των Δικαστηρίων. Ειδικά το γεγονός ότι θα πρέπει για τον υπολογισμό της ημερομηνίας κατάθεσης προτάσεων να υπολογίζεται αν η τελευταία ημέρα της προθεσμίας επίδοσης είναι εξαιρετέα, θα καταστήσει ακόμα πιο δυσχερή τη διαχείριση των δικογραφιών για γραμματείες και δικηγόρους, πολλαπλασιάζοντας τον κίνδυνο σφάλματος.
–          Στο πρώτο εδάφιο του προτεινόμενου άρθρου 237 ΚΠολΔ ρητά ορίζεται ότι σε περίπτωση έλλειψης των πληρεξούσιων εγγράφων εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 227 ΚΠολΔ. Με τον τρόπο αυτό θεωρούμε ότι ο νομοθέτης ρητά λαμβάνει θέση στη διχοστασία που είχε επικρατήσει στην νομολογία, ως προς το αν η συγκεκριμένη έλλειψη συνιστά τυπική παράλειψη που μπορεί να αναπληρωθεί μετά από κλήση του δικαστηρίου προς συμπλήρωση ή είναι αναγκαία η έκδοση μη οριστικής απόφασης κατ΄ άρθρο 105 ΚΠολΔ, υπέρ της λύσης που υπηρετεί την οικονομία της δίκης. Ως προς τις προβλεπόμενες συνέπειες, όμως, από την παρά την κλήση κατ΄ άρθρο 227 ΚΠολΔ έλλειψη της πληρεξουσιότητας, στην εύλογη προσπάθειά του να αποκλείσει τη δυνατότητα προσφυγής στην αναβολή της συζήτησης κατ΄ άρθρο 105 ΚΠολΔ, αστοχεί νοηματικά στην πρόβλεψη ότι το δικαστήριο θα πρέπει να εκδώσει οριστική απόφαση, σε περίπτωση μη προσκομιδής των πληρεξουσίων, καθώς λαμβάνει μόνο υπόψιν την μη προσκομιδή είτε από την πλευρά του ενάγοντος, είτε από την πλευρά του εναγομένου, ενώ υφίσταται και η περίπτωση της εκατέρωθεν μη προσκομιδής, που οδηγεί στη ματαίωση. Ορθότερο είναι να τροποποιηθεί από το «εκδίδει οριστική απόφαση» στο ορθό «εκδίδει απόφαση θεωρώντας την έλλειψη οριστικά μη συμπληρωθείσα».
–          Σημειώνεται ότι σε αντίθεση με τη ρητή πρόβλεψη που γίνεται στο νέο άρθρο 237 παρ.1 ως προς την έγγραφη πληρεξουσιότητα και την δυνατότητα προσφυγής στο άρθρο 227 ΚΠολΔ, δεν περιλαμβάνεται αντίστοιχη πρόβλεψη ως προς την προσκομιδή του αποδεικτικού επίδοσης της αγωγής, που πρέπει να προσκομίζεται με τις προτάσεις, και του δικαστικού ενσήμου, το οποίο πρέπει να προσκομίζεται μέχρι τη συζήτηση. Είναι ενδεχόμενο αυτή η διαφοροποίηση, αν υιοθετηθεί, να οδηγήσει στην κρίση ότι οι συγκεκριμένες ελλείψεις δεν συνιστούν τυπική παράλειψη, δυνάμενη να συμπληρωθεί κατά το άρθρο 227 ΚΠολΔ, με αποτέλεσμα η μη προσκομιδή, κατά τον χρόνο που ορίζεται (κατάθεση προτάσεων και συζήτηση αντίστοιχα), να επιφέρει αυτόματα τις δυσμενείς για το διάδικο συνέπειες, που μπορεί να οδηγήσουν στην απόρριψη της αγωγής ως ανυπόστατης (έλλειψη επίδοσης) ή ουσία αβάσιμης (έλλειψη δικαστικού ενσήμου), ανάγοντας μια τυπική παράλειψη και μια εισπρακτική διαδικασία σε διαδικαστικές προϋποθέσεις της πολιτικής δίκης. Τα παραπάνω, ενόψει και της πρόσφατης διεύρυνσης της επιβολής τέλους δικαστικού ενσήμου και στις αναγνωριστικές αγωγές αρμοδιότητας Πολυμελούς Πρωτοδικείου, θα οδηγήσουν σε σοβαρή επιβάρυνση της δικαστικής προστασίας των διαδίκων. Ως εκ τούτου θα πρέπει και ως προς το αποδεικτικό επίδοσης και το δικαστικό ένσημο, να προβλεφθεί αντίστοιχη δυνατότητα αξιοποίησης του άρθρου 227 ΚΠολΔ.
–          Στο άρθρο 237παρ.3 ορίζεται η διαδικασία που θα ακολουθηθεί μετά από έκδοση παραπεμπτικής λόγω αναρμοδιότητας απόφασης ή απόφασης που κηρύσσει τη συζήτηση της αγωγής απαράδεκτη και στη συνέχεια η διαδικασία μετά από αναστολή των άρθρων 249 και 250 ΚΠολΔ: α) Στην πρώτη περίπτωση προκρίθηκε η τήρηση εκ νέου των προθεσμιών της τακτικής διαδικασίας για την κατάθεση προτάσεων (90 ημέρες και 120 αντίστοιχα ανάλογα με το είδος διαδίκου), όμως εδώ ως αφετήριο γεγονός ορίζεται η κατάθεση και όχι η επίδοση της κλήσης προς συζήτηση. Φαίνεται παράλληλα να παραμένει αρρύθμιστο το ζήτημα του χρόνου επίδοσης της κλήσης, ώστε να ενημερωθεί ο καθ΄ ου ότι εκκίνησε η προθεσμία του για υποβολή προτάσεων. Ορθότερο θα ήταν εν προκειμένω να ορίζεται, προς αποφυγή παρερμηνειών, ότι οι προθεσμίες της κλήσης συμπίπτουν με εκείνες του άρθρου 215 παρ.2 και ότι είτε η επίδοσή της είτε η παρέλευση της προθεσμίας τους, κατ΄ αναλογία με την παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου, εκκινούν την προθεσμία υποβολής προτάσεων. β)Στην περίπτωση της επαναφοράς, μετά από απόφαση που έχει αναστείλει κατά το άρθρο 249 ή 250 ΚΠολΔ, προκρίθηκε ότι δεν είναι αναγκαία η τήρηση εκ νέου των προθεσμιών του άρθρου 237 παρ.1, αλλά ότι είναι δυνατή (και όχι υποχρεωτική) η κατάθεση συμπληρωματικών προτάσεων. Πλην όμως η πρόβλεψη για υποβολή προτάσεων κατά τη συζήτηση προϋποθέτει ότι με την κλήση προς επαναφορά της συζήτησης προσκομίζεται και η πολιτική ή ποινική απόφαση για την έκδοση της οποίας είχε ανασταλεί η συζήτηση, άλλως είτε το περιεχόμενό τους θα γίνεται γνωστό στους διαδίκους με την κατάθεση των συμπληρωματικών προτάσεων, δημιουργώντας αδυναμία σχολιασμού και αξιολόγηση, αφού δεν προβλέπεται στάδιο αντίκρουσης επί αυτών, είτε θα πρέπει να ρυθμιστεί ότι με την κλήση προσκομίζεται υποχρεωτικά και η εκδοθείσα απόφαση, ώστε οι συμπληρωματικές προτάσεις να αφορούν στην απόφαση αυτή.
–          Με την παράγραφο 5 του νέου άρθρου 237 ΚΠολΔ ο νομοθέτης παίρνει θέση υπέρ της μερικής επαναφοράς του άλλοτε άρθρου 269 ΚΠολΔ (σύστημα συγκεντρώσεως), που καταργήθηκε με το ν.4335/2015. Έτσι διαμορφώνεται δυνατότητα προβολής οψιγενών ή παρά χρήμα αποδεικνυόμενων ισχυρισμών, με προσθήκη επί των προτάσεων 20 ημέρες πριν τη συζήτηση και αντίκρουση επί της προσθήκης 10 ημέρες πριν τη συζήτηση. Η διαδικασία αυτή αφορά και τις περιπτώσεις των άρθρων 249 και 250 ΚΠολΔ. Είναι σαφές και προκύπτει και από την Ανάλυση Συνεπειών Ρύθμισης ότι η διάταξη εισάγεται για να καλύψει την – δικαιολογημένη λόγω υποστελέχωσης και σημαντικού φόρτου – λειτουργική αδυναμία που προέκυψε στο Πρωτοδικείο Αθηνών για προσδιορισμό του χρόνου συζήτησης της αγωγής σε χρόνο που να προσεγγίζει το χρόνο κλεισίματος του φακέλου. Για την περίπτωση αυτή, που έχει περάσει σημαντικό διάστημα και υπάρχουν νέες συνθήκες και νέοι ισχυρισμοί, η διάταξη μπορεί να προσφέρει στους διαδίκους ευκαιρία νέου σταδίου δικαστικής ακρόασης. Αντίθετα, σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, που οι χρόνοι κλεισίματος του φακέλου και προσδιορισμού δικασίμου δεν αποκλίνουν σημαντικά, το νέο δικονομικό στάδιο που δημιουργείται είναι πιθανό να γίνει αντικείμενο κατάχρησης, με την προβολή ισχυρισμών που δεν εμπίπτουν στους περιορισμούς του νόμου. Ταυτόχρονα, η πρόβλεψη δικονομικού σταδίου 10 ημέρες πριν τη συζήτηση, συρρικνώνει κατά πολύ τη δυνατότητα του Δικαστηρίου για ενημέρωση για τη δικογραφία πριν τη συζήτηση, ιδίως συνδυαζόμενη με τα οριζόμενα στην παράγραφο 8 του άρθρου 237 ΚΠολΔ και στα οριζόμενα στο άρθρο 254 ΚΠολΔ.
–          Στην παράγραφο 7 άρθρου 237 ΚΠολΔ, η διάταξη αστοχεί όταν ορίζει ότι «μετά τη συζήτηση εκδίδεται η οριστική απόφαση», καθώς ο ορισμός αυτός δεν περιλαμβάνει μία σειρά άλλων αποφάσεων (π.χ. την έκδοση απόφασης περί ματαίωσης ή της κήρυξης της συζήτησης απαράδεκτης).
–          Τα οριζόμενα στην παράγραφο 8 του άρθρου 237 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με την τροποποίηση του άρθρου 254 ΚΠολΔ και την πρόβλεψη του άρθρου 307 ΚΠολΔ, θεωρούμε ότι αποτελούν τις διατάξεις που συνδυαστικά θα επιφέρουν τη μεγαλύτερη καθυστέρηση στην απονομή της Δικαιοσύνης. Ο νομοθέτης με τις προτεινόμενες διατάξεις, διαπιστώνοντας ότι η πρόβλεψη της σημερινής παραγράφου 6 του άρθρου 237 ΚΠολΔ για την κλήση μαρτύρων ή διαδίκων με διάταξη του Δικαστηρίου, παρέμεινε ανεφάρμοστη και προκρίθηκε η χρήση του άρθρου 254 ΚΠολΔ για επανάληψη της συζήτησης, καταργεί τη δυνατότητα χρήσης του 254 ΚΠολΔ για εξέταση των διαδίκων, διενέργεια πραγματογνωμοσύνης και αυτοψία και μεταφέρει αυτή τη δυνατότητα μόνο στα πλαίσια διάταξης του Δικαστηρίου κατ΄ άρθρο 237παρ.8 ΚΠολΔ. Ρητά ορίζει ότι από τη διάταξη του Δικαστηρίου ως την εξέταση διαδίκων ή μαρτύρων μεσολαβεί διάστημα τουλάχιστον 15 ημερών, ενώ η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης ή αυτοψίας γίνεται μέσα σε 60 ημέρες. Μετά δε από την εξέταση των μαρτύρων ή την κατάθεση της πραγματογνωμοσύνης, προβλέπεται δυνατότητα αξιολόγησης των αποδείξεων από τους διαδίκους εντός προθεσμίας 8 ημερών. Σημειώνεται ότι ενώ ρητά ορίζεται ότι με την ολοκλήρωση της διαδικασίας εξέτασης των μαρτύρων ή των διαδίκων ή την κατάθεση της έκθεσης αυτοψίας ή της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης θεωρείται συντελεσμένη και η επανάληψη της συζήτησης, ουδέν διαλαμβάνεται για την περίπτωση που για οιονδήποτε λόγο αυτές δεν καταστούν εφικτές (π.χ. μη εμφάνιση μαρτύρων, καθυστέρηση στην διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης κλπ). Επιπλέον, εσφαλμένα η προθεσμία των 8 ημερών ως προς την αυτοψία και την πραγματογνωμοσύνη αφετηριάζεται από τη διενέργειά τους και όχι από την κατάθεσή τους στη Γραμματεία του Δικαστηρίου. Είναι προφανές ότι όλη αυτή η διαδικασία, που ακολουθεί τη συζήτηση της υπόθεσης, συρρικνώνει ακόμα και στην ιδανική του εκδοχή σημαντικά, αλλά σίγουρα στη ρεαλιστική του εφαρμογή απόλυτα, το χρόνο που το άρθρο 307 ΚΠολΔ ορίζει ως χρόνο αφαίρεσης της δικογραφίας ήτοι τους οκτώ μήνες. Με τη διάταξη αυτή που θα πρέπει να αναθεωρηθεί πλήρως, ο δικαστικός λειτουργός θα είναι όμηρος των γραφειοκρατικών καθυστερήσεων, αλλά και των ολιγωριών των διαδίκων, που θα προσμετρώνται ως χρόνος της δικής του καθυστέρησης στην έκδοση της απόφασης. Επιπλέον, η υποχρέωση έκδοσης διάταξης αντί της δυνατότητας έκδοσης εν μέρει οριστικής απόφασης με επανάληψη της συζήτησης για το σκέλος που χρήζει περαιτέρω απόδειξης, εγκλωβίζει ώριμες υποθέσεις λόγω της αποδεικτικής διαδικασίας που αφορά μόνο ένα σκέλος, ενώ μέχρι σήμερα η έκδοση απόφασης για το οριστικό μέρος δεν εμποδιζόταν, ώστε να συνεχιστεί η δίκη με επανάληψη κατ΄ άρθρο 254 ΚΠολΔ, μόνο για το υπόλοιπο.
–          Στην παράγραφο 9 του άρθρου 237 σημειώνεται ότι μετά την τροποποίηση της παρ. 8 και την πρόβλεψη ότι με τη διάταξη θα διατάσσεται και η διενέργεια αυτοψίας ή πραγματογνωμοσύνης απαιτείται να δίδεται η δυνατότητα στους διαδίκους κατά την οκταήμερη προθεσμία όχι μόνο να προβαίνουν σε αξιολόγηση των αποδείξεων, αλλά και σε κατάθεση αποδεικτικών μέσων για την αντίκρουσή τους. Σε διαφορετική περίπτωση ο διάδικος στερείται τη δυνατότητα να αντικρούσει την έκθεση πραγματογνωμοσύνης, προσκομίζοντας τεχνική έκθεση, σύμφωνα με το άρθρο 392 παρ.3 ΚΠολΔ.
–          Με το άρθρο 238 ΚΠολΔ παραμένει ως είχε η διαδικασία κατάθεσης και επίδοσης παρεμβάσεων, προσεπικλήσεων, ανακοινώσεων δίκης και ανταγωγών, προστίθεται δε και η περίπτωση των παρεμπιπτουσών αγωγών, που συναγόταν ερμηνευτικά. Παραμένει ως αφετηρία ο χρόνος κατάθεσης της αγωγής για την κατάθεση προτάσεων, που ως προς τους γνωστής διαμονής διαδίκους είναι 120 ημέρες και ως προς τους κατοίκους εξωτερικού ή αγνώστου διαμονής 180 ημέρες από την κατάθεση της αγωγής. Προβληματισμός δημιουργείται αφενός ως προς τον τρόπο ενημέρωσης των διαδίκων αυτών για την ύπαρξη εκκρεμούς δίκης, καθώς η προθεσμία τους για υποβολή προτάσεων εκκινά πριν ακόμα εκκινήσει η προθεσμία για προτάσεις των κυρίων διαδίκων, παρόλο που είναι για το λόγο αυτό μεγαλύτερη. Επίσης, δεν προβλέπεται αντίστοιχη διάταξη με εκείνη της 237 παρ.5, για προβολή και οψιγενών ή παραχρήμα αποδεικνυόμενων ισχυρισμών, με αποτέλεσμα να αφαιρείται από τους διαδίκους αυτούς ένα διαδικαστικό στάδιο που έχουν οι κύριοι διάδικοι, γεγονός που αντίκειται στην αρχή της ισότητας των διαδίκων.
 
254 ΚΠολΔ:
Η κατάργηση της δυνατότητας επανάληψης της συζήτησης για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, αυτοψίας και εξέτασης διαδίκων, τόσο στην τακτική διαδικασία, όσο και στις ειδικές διαδικασίες, είναι εσφαλμένη κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα στις παρατηρήσεις του άρθρου 237 ΚΠολΔ και κατωτέρω υπό το άρθρο 591 ΚΠολΔ. Με την τροποποίηση αυτή καταργείται και η δυνατότητα του Δικαστηρίου να εκδώσει εν μέρει οριστική απόφαση, επιλύοντας κατά ένα μέρος τη διαφορά, και να αναβάλει για το υπόλοιπο μέρος, διατάσσοντας π.χ. πραγματογνωμοσύνη ή αυτοψία. Προτείνουμε να διατηρηθεί η υπάρχουσα ρύθμιση που έδωσε επιτυχώς δικονομική διέξοδο στην αδυναμία του νομοθέτη του ν.4335/2015 να εκτιμήσει ρεαλιστικά τις συνθήκες απονομής του δικαιοδοτικού έργου, χωρίς να επηρεαστεί η ποιότητα της αποδεικτικής διαδικασίας.
 
307 ΚΠολΔ:
Η νέα μορφή της διάταξης του 307 ΚΠολΔ, πάσχει τόσο από νομοτεχνική όσο και από ουσιαστική άποψη. Η πρόβλεψη για την αφαίρεση των δικογραφιών από τον δικαστή εφόσον παρέλθει διάστημα οκτώ μηνών από τη συζήτηση – που ήδη υπήρχε στην 307 ΚΠολΔ ως ισχύει – νομοτεχνικά δεν έχει καμία θέση στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, είναι προφανώς αντικείμενο της επιθεώρησης των δικαστικών λειτουργών και ως εκ τούτου αφορά μόνο τον Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης των Δικαστικών Λειτουργών. Ο δε καθορισμός συγκεκριμένων χρονικών ορίων για τον προσδιορισμό του εύλογου χρόνου έκδοσης απόφασης ή της εκκίνησης της διαδικασίας αφαίρεσης δικογραφίας, κινείται σε εντελώς εσφαλμένη λογική, που προσβάλλει ευθέως τη δικαστική ανεξαρτησία, αποτυγχάνοντας να συγκεράσει τους λοιπούς παράγοντες που συνθέτουν τη διάρκεια έκδοσης μίας δικαστικής απόφασης. Το κριτήριο σαφούς χρονικού προσδιορισμού μπορεί να αποτελεί μια εύκολη σταθερά για τον νομοθέτη, όμως ποσοτικοποιεί πλήρως ένα μέγεθος καθαρά ποιοτικό, χωρίς να συνεκτιμά τα στοιχεία της δυσκολίας ή της προηγούμενης υπερχρέωσης του δικάζοντος δικαστή. Ως εκ τούτου, το χρονικό κριτήριο, εφόσον δεν συνδυάζεται με άλλα στοιχεία, οδηγεί σε εσφαλμένη και άδικη μεταχείριση ανόμοιων καταστάσεων, αφού αντιμετωπίζει με τον ίδιο τρόπο κάθε υπόθεση, ανεξάρτητα από τον αριθμό και το είδος των υποθέσεων που χειρίστηκε ο δικαστικός λειτουργός, με αποτέλεσμα να δημιουργεί μία επικίνδυνη διελκυστίνδα μεταξύ του κινδύνου αφαίρεσης της δικογραφίας και πειθαρχικού ελέγχου και της αφιέρωσης στη δικογραφία του αναγκαίου χρόνου που της αναλογεί. Ταυτόχρονα οφείλουμε να επισημάνουμε ότι ενόψει των ρυθμίσεων του προτεινόμενου άρθρου 237, ως άνωθι εκτίθεται στις παρατηρήσεις του ως άνω άρθρου, το διάστημα των οκτώ μηνών είναι ψευδεπίγραφο, καθώς σημαντικό του τμήμα μπορεί να καταναλωθεί λόγω της διαδικασίας του άρθρου 237παρ.8 και 9 περί εξέτασης μαρτύρων και διαδίκων και διενέργειας αυτοψίας ή πραγματογνωμοσύνης μετά τη συζήτηση, που αποτελούν μονόδρομο μετά την επιχειρούμενη τροποποίηση του άρθρου 254 ΚΠολΔ. Η Ένωση Δικαστών είχε και στο παρελθόν προτείνει αρμοδίως τη θέσπιση ελάχιστου αριθμού κατ΄ έτος δημοσιευμένων αποφάσεων (150 στον πρώτο βαθμό και 50 στο Εφετείο), η υπέρβαση του αριθμού των οποίων θα αποτελεί αντένδειξη για την αφαίρεση δικογραφιών ή την κίνηση πειθαρχικών διώξεων. Είναι σαφές ότι αυτά τα κατώτατα όρια θα λειτουργούν μόνο ως τεκμήρια ότι η όποια καθυστέρηση προκύψει στην έκδοση απόφασης δεν σχετίζεται με ραθυμία ή ανικανότητα του δικαστικού λειτουργού, αλλά με παράγοντες για τους οποίους οι ίδιοι δεν έχουν ευθύνη ή τον έλεγχο.  Ενόψει της πίεσης για ταχύτερη απονομή της Δικαιοσύνης, δεν θα πρέπει να κάμπτεται η ανάγκη να υπάρχει ο απαραίτητος χρόνος για επεξεργασία των υποθέσεων, ούτε να δοκιμάζονται τα όρια και οι φυσικές αντοχές των δικαστικών λειτουργών.
Άστοχη και περίπλοκη παρουσιάζεται και η διαδικασία που περιγράφεται στο νέο άρθρο 307 του νομοσχεδίου, καθώς αφενός αναφέρεται ότι με την παρέλευση οκταμήνου ο δικαστής πρέπει να επιστρέψει αμέσως τη δικογραφία, άλλως του αφαιρείται με Πράξη της Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης, ενώ μετά την αφαίρεση ακολουθεί έρευνα από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Επιθεώρησης, ως προς το αν ήταν δικαιολογημένη η καθυστέρηση ή όχι, ο οποίος μπορεί να χορηγήσει στο δικαστή προθεσμία δύο μηνών για τη δημοσίευση αυτών των αποφάσεων. Πλην όμως, όπως εκτίθεται στη διάταξη, ο δικαστής οφείλει να έχει ήδη παραδώσει τις δικογραφίες, πριν κριθεί το ζήτημα της παροχής περαιτέρω προθεσμίας, με αποτέλεσμα, στις περιπτώσεις που παρέχεται η περαιτέρω προθεσμία, οι δικογραφίες να έχουν ήδη αφαιρεθεί. Κατά τη γνώμη μας, παρά την επί της ουσίας αντίθεσή μας στη διάταξη τόσο ως έχει, όσο και όπως βαίνει προς τροποποίηση, η υπάρχουσα ρύθμιση είναι τεχνικά αρτιότερη.
Τέλος, ενόψει των νέων ρυθμίσεων του άρθρου 237 παρ.8 και 9 ΚΠολΔ, καθώς και των ρυθμίσεων που παραπέμπουν σε αυτά, θα πρέπει να προσδιορισθεί με σαφήνεια ότι ως χρόνος συζήτησης μίας υπόθεσης, εκ του οποίου θα εκκινά και η ως άνω οκτάμηνη προθεσμία, θα πρέπει να θεωρηθεί – σε περίπτωση έκδοσης διάταξης του Δικαστηρίου για περαιτέρω αποδείξεις κατ’ αρθ. 237 παρ.8 – ο χρόνος της κατάθεσης ή της παρέλευσης της προθεσμίας κατάθεσης προσθήκης του 237 παρ.9 του νομοσχεδίου.  
 
421 ΚΠολΔ:
            Με το άρθρο  21 του ΣχΝ  γίνεται αντικατάσταση του άρθρου 421 ΚΠολΔ, που προβλέπει τα όργανα λήψης  των ενόρκων βεβαιώσεων  που προορίζονται για δικαστική χρήση και για πρώτη φορά καθιερώνεται στον ΚΠολΔ η δυνατότητα λήψης τους  ενώπιον δικηγόρου, παράλληλα με τη δυνατότητα που υπάρχει μέχρι τώρα να δίνεται ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου.  Η ρύθμιση αυτή, με την οποία γίνεται διεύρυνση  των οργάνων λήψης  των ενόρκων βεβαιώσεων, είναι καταρχήν θετική. Ωστόσο    γίνεται εν μέρει δεκτό το σχετικό αίτημα  της ΕΝΔΕ  που υποβλήθηκε στον κ. Υπουργό Δικαιοσύνης  (αριθμ. πρωτοκ. 42/9.2.2021)  κατόπιν λήψης σχετικής απόφασης του Δ.Σ. Το πλήρες αίτημα της  Ένωσής μας ήταν « α)  Να καθιερωθεί η δυνατότητα λήψης των ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον δικηγόρου και παράλληλα να καταργηθεί η σχετική αρμοδιότητα των Ειρηνοδικών με ανάλογη τροποποίηση του άρθρου 421 ΚΠολΔ),β) να διερευνηθεί η δυνατότητα λήψης ενόρκων βεβαιώσεων από τους Δικηγορικούς Συλλόγους της Χώρας, ως ΝΠΔΔ» σύμφωνα με την από 12.1.2020 μελέτη της Επιτροπής Ειρηνοδικών η οποία επισυνάφθηκε στην αίτηση της Ένωσης. Με βάση τα ανωτέρω δεδομένα η προτεινόμενη διάταξη  κινείται προς τη θετική κατεύθυνση, πλην όμως ζητούμε να γίνει  πλήρως δεκτή η ως ανω με αρ. πρωτ. 42/9.2.2021 πρότασή μας  για κατάργηση της παράλληλης αρμοδιότητας του Ειρηνοδίκη, για τους λόγους που αναλύονται στην εκεί συνημμένη από 12.1.2020 Μελέτη της Επιτροπής Ειρηνοδικών.    
 
468-469 ΚΠολΔ:
Με τα άρθρα 24 και 25 του ΣχΝ   αντικαθίστανται τα άρθρα 468 και 469 ΚΠολΔ και μεταβάλλεται ο τρόπος άσκησης και συζήτησης της αγωγής  στις υποθέσεις των μικροδιαφορών. Σύμφωνα με την Ανάλυση Συνεπειών Ρύθμισης οι προτεινόμενες τροποποιήσεις των άρθρων 468-469 ΚΠολΔ αποτελούν ρυθμιστική απόκλιση της νέας τακτικής διαδικασίας του ν. 4335/2015 (Α’ 87). Διαπιστώθηκε ότι στις υποθέσεις που εκδικάζονται σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις των μικροδιαφορών, η διαδικασία μέχρι την έκδοση απόφασης καθυστερεί σημαντικά στα μεγάλα ειρηνοδικεία της χώρας ή συμβαδίζει χρονικά σε σχέση με την τακτική διαδικασία. Για τον λόγο αυτό επιλέχθηκαν ορισμένες ρυθμίσεις της τακτικής διαδικασίας που δοκιμάστηκαν επιτυχώς στην πράξη (π.χ. ταχύτατος προσδιορισμός δικασίμου, δραστικός περιορισμός του φαινομένου της ματαίωσης της συζήτησης, μη αναβολή της υπόθεσης, κλήση των διαδίκων από το πινάκιο, δυσμενείς συνέπειες ερημοδικίας). Υιοθετούνται όμως και άλλες ρυθμίσεις, όπως από τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (π.χ. λήψη ενόρκων βεβαιώσεων δίχως κλήση του αντιδίκου), ενώ ο ειρηνοδίκης λαμβάνει υπόψη του και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, κατ’ απόκλιση των δικών της τακτικής διαδικασίας και των ειδικών διαδικασιών. Με τα νέα άρθρα 468 και 469 ΚΠολΔ, η διαδικασία εξελίσσεται, με βάση την αγωγή, την απάντηση του εναγόμενου με απλό έγγραφο υπόμνημα και τους περιεχόμενους σε αυτές ισχυρισμούς των διαδίκων και τα αποδεικτικά μέσα που υποβάλουν, ενώ η παράστασή τους στο ακροατήριο περιορίζεται στη δυνητική παροχή διασαφήσεων για όλα τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης. Επίσης εφαρμόζεται και στην προκειμένη διαδικασία  το τεκμήριο ομολογίας  το άρθρου 271 παρ. 3 καθώς και το άρθρο 272παρ. 1 ΚπολΔ επί ερημοδικίας των διαδίκων.
Η προτεινόμενη τροποποίηση ακολουθεί τις τρείς (3) σταθερές που διέπουν, διαχρονικά, το Δίκαιο των μικροδιαφορών στην χώρα μας: Απλοποίηση της τακτικής διαδικασίας, δυνατότητα αυτοπρόσωπης παράστασης του διαδίκου και προαιρετικότητα των προτάσεων. Επιπλέον, εισάγονται και καινοτόμες ρυθμίσεις που αφενός προσιδιάζουν στην φύση των μικροδιαφορών και αφετέρου θα συνεισφέρουν στην ουσιαστική επιτάχυνσή τους, όπως η λήψη ένορκης βεβαίωσης χωρίς κλήση του αντιδίκου και η εφαρμογή τεκμηρίου ομολογίας, αντίστοιχα. Επίσης, διασώζεται η προφορικότητα με τη δυνατότητα του Ειρηνοδίκη να εξετάσει επί της έδρας το διάδικο ή τον ενόρκως βεβαιώσαντα.
Ελλιπής εμφανίζεται στο άρθρο 469 ΚΠολΔ η πρόβλεψη για τη διαδικασία απόδειξης, όταν η υπόθεση χρήζει περαιτέρω εξέτασης μαρτύρων, ή διενέργειας αυτοψίας ή πραγματογνωμοσύνης, καθώς σε συνδυασμό με την επιχειρούμενη τροποποίηση του άρθρου 254, είναι αναγκαία σχετική παραπομπή στη διάταξη του άρθρου 237παρ.8 ΚΠολΔ.
Σε γενικές γραμμές, θεωρούμε ότι η προτεινόμενη τροποποίηση κινείται στην σωστή κατεύθυνση, η δε πρόβλεψη στην ανάλυση συνεπειών ρύθμισης για τη δυνατότητα χρήσης ηλεκτρονικής πλατφόρμας για τη διαδικασία των μικροδιαφορών, η οποία θα ενταχθεί στο ήδη υπάρχον Ολοκληρωμένο Σύστημα Διαχείρισης Δικαστικών Υποθέσεων Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης (ΟΣΔΔΥ-ΠΠ), θεωρούμε ότι θα πρέπει να ενεργοποιηθεί τάχιστα, προκειμένου να απεμπλακούν και οι Γραμματείες των Ειρηνοδικείων από την παρακολούθηση του φακέλου της δικογραφίας.
 
524 ΚΠολΔ :
Τροποποιείται η παρ.1 ως προς την αναφορά στο άρθρο 237. Σύμφωνα με την Ανάλυση Συνεπειών Ρύθμισης, η παραπομπή στην παρ. 8 γίνεται προκειμένου, μετά την προτεινόμενη τροποποίηση των παρ.1 και 3 του άρθρου 524 ΚΠολΔ, να μπορεί το εφετείο, όταν ασκείται έφεση από τον διάδικο που δικάσθηκε ερήμην ή και για την απόδειξη της βασιμότητας λόγων έφεσης , να διατάξει πραγματογνωμοσύνη. Σύμφωνα με την παρ. 8 του άρθρου 237 , η διάταξη αυτοψίας ή πραγματογνωμοσύνης ή η εξέταση των μαρτύρων γίνεται με Διάταξη του Δικαστή που έχει χρεωθεί την υπόθεση, με την οποία διατάσσεται η επανάληψη της συζήτησης, σε χρόνο όχι συντομότερο των 15 ημερών, η προθεσμία για την κατάθεση της πραγματογνωμοσύνης δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη από 60 ημέρες, ενώ με την ολοκλήρωση της διαδικασίας εξέτασης των μαρτύρων ή των διαδίκων ή την κατάθεση της έκθεσης αυτοψίας ή της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης θεωρείται συντελεσμένη και η επανάληψη της συζήτησης. Όμως στο άρθρο 524 παρ.1 δεν γίνεται παραπομπή και στην παρ. 9 του άρθρου 237 που προβλέπει τη δυνατότητα των διαδίκων να προβούν σε αξιολόγηση των αποδείξεων αυτών. Πρέπει επομένως να υπάρξει προσθήκη στην παρ.1 ώστε να γίνεται παραπομπή και στην  παρ. 9 του άρθρου 237, ενώ περαιτέρω, όπως ήδη εκτέθηκε ανωτέρω, πρέπει να προβλεφθεί η δικονομική δυνατότητα των διαδίκων όχι μόνο να προβαίνουν σε αξιολόγηση των αποδείξεων αυτών, αλλά και σε κατάθεση αποδεικτικών μέσων για την αντίκρουσή τους (π.χ. τεχνική έκθεση προς αντίκρουση της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης).
Επισημαίνεται ότι μετά την προτεινόμενη τροποποίηση του άρθρου 254 ΚΠολΔ καταργείται η δυνατότητα και του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου να εκδώσει απόφαση, με την οποία, αφού κάνει δεκτή την έφεση ως τυπικά και ουσιαστικά βάσιμη και εξαφανίσει την εκκαλουμένη, επιλύει τελεσίδικα τη διαφορά κατά ένα μέρος και διατάσσει την επανάληψη της συζήτησης προκειμένου για παράδειγμα να διεξαχθεί πραγματογνωμοσύνη για να κριθεί η βασιμότητα ενός μόνο κονδυλίου της αγωγής.
 
591 ΚΠολΔ:
Στο πεδίο των ειδικών διαδικασιών επιχειρούνται οι εξής τροποποιήσεις: Στην περίπτωση στ) του άρθρου 591, ορίζεται ότι η προσθήκη στις προτάσεις κατατίθεται πέντε εργάσιμες από τη συζήτηση στις 12.00 μ.μ., αντί τριών που ίσχυε ως σήμερα. Η διεύρυνση της προθεσμίας κατά δύο εργάσιμες ημέρες δεν αναμένεται να προσφέρει σημαντικά στη διαδικασία, ούτε και να προβληματίσει. Σε σωστή κατεύθυνση κινείται η διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου, που δίνει τη δυνατότητα στους διαδίκους, με κοινή τους δήλωση, να μην παραστούν στη συζήτηση κατ΄ εφαρμογή του άρθρου 242 ΚΠολΔ. Εξαίρεση αποτελούν οι γαμικές διαφορές.
Εντελώς εσφαλμένη θεωρούμε την εισαγωγή της διαδικασίας διάταξης αυτοψίας και πραγματογνωμοσύνης με ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 237παρ.8 ΚΠολΔ, όπως άνωθι προεκτέθηκε. Η αδυναμία προσφυγής στη χρήση του άρθρου 254 ΚΠολΔ για να διαταχθούν οι ως άνω αποδείξεις θα οδηγήσει και στην περίπτωση των ειδικών διαδικασιών σε αδιέξοδο τον δικαστή που δικάζει, καθώς λόγω της διενέργειας της πραγματογνωμοσύνης και της αυτοψίας θα είναι όμηρος των γραφειοκρατικών καθυστερήσεων, αλλά και των ολιγωριών των διαδίκων, που θα προσμετρώνται ως χρόνος της δικής του καθυστέρησης στην έκδοση της απόφασης. Πρέπει και σε αυτή την περίπτωση να αναθεωρηθεί η διάταξη του άρθρου 591 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τη διατήρηση του περιεχομένου του άρθρου 254 ΚΠολΔ στη σημερινή του μορφή.
 
683 ΚΠολΔ:
Η παράγραφος 3 που όριζε πως «Τα ειρηνοδικεία είναι αποκλειστικά αρμόδια και για τη συναινετική εγγραφή ή άρση προσημείωσης υποθήκης» τροποποιείται ως εξής : «Τα ειρηνοδικεία είναι αρμόδια και για την εγγραφή ή άρση προσημείωσης υποθήκης».
Σύμφωνα με την Ανάλυση Συνεπειών Ρύθμισης , «με την νέα ρύθμιση της παρ. 3 του άρθρου 683 ορίζεται ότι όλες οι υποθέσεις προσημειώσεων (συναινετικές και κατ’ αντιδικία) εκδικάζονται κατ’ αρχήν από το ειρηνοδικείο, χωρίς όμως να αποκλείεται η επιβολή του εν λόγω ασφαλιστικού μέτρου και από το δικαστήριο της κύριας δίκης». Ωστόσο από τη νέα διατύπωση της διάταξης δεν προκύπτει πως τα ειρηνοδικεία θα είναι αποκλειστικά αρμόδια για όλες τις υποθέσεις προσημειώσεων (συναινετικές και κατ’ αντιδικία), συντρεχούσης της αρμοδιότητας του δικαστηρίου της κύριας δίκης (αρθ  682 παρ.2 ΚΠολΔ). Όπως είναι διατυπωμένη η διάταξη, οι προσημειώσεις, συναινετικές και κατ’ αντιδικία, υπάγονται στην αρμοδιότητα είτε του ειρηνοδικείου είτε του μονομελούς πρωτοδικείου.
Με την παράγραφο 5 ορίζεται πως όταν το δικαστήριο που δικάζει αίτηση ασφαλιστικών μέτρων δεν είναι αρμόδιο, καθ’ ύλην ή κατά τόπο, απορρίπτει την αίτηση. Μέχρι τώρα η υπόθεση παραπεμπόταν στο αρμόδιο δικαστήριο, στο οποίο επανερχόταν με κλήση. Με τη νέα ρύθμιση παύει, με την έκδοση της απορριπτικής απόφασης, η ισχύς της τυχόν χορηγηθείσας προσωρινής διαταγής, με αποτέλεσμα να πρέπει να ζητηθεί εκ νέου από το αρμόδιο δικαστήριο, με ό,τι αυτό μπορεί να συνεπάγεται (καθυστέρηση, περαιτέρω έξοδα για τη συζήτηση της προσωρινής διαταγής, έλλειψη προστασίας στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα του διαδίκου υπέρ του οποίου είχε χορηγηθεί η προσωρινή διαταγή).
 
686 ΚΠολΔ
Τροποποιείται η παρ. 6 και καταργείται εκ νέου η δυνατότητα άσκησης ανταίτησης προφορικά κατά τη συζήτηση της κύριας αίτησης. Σύμφωνα με την Ανάλυση Συνεπειών Ρύθμισης η τροποποίηση γίνεται για λόγους ασφάλειας της διαδικασίας και ορθής διεξαγωγής της δίκης. Ωστόσο, στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, όπου προέχει η ανάγκη της άμεσης ρύθμισης μίας επείγουσας κατάστασης ή της αποτροπής ενός επικείμενου κινδύνου, απαιτείται απλή και ταχεία διαδικασία, χωρίς περιορισμούς στην προφορικότητα της συζήτησης. Μετά τις τροποποιήσεις του ΚΠολΔ με τον Ν. 4335/2015 και την κατάργηση της δυνατότητας άσκησης  ανταγωγής με τις προτάσεις ή και προφορικά (όταν η υποβολή προτάσεων δεν ήταν υποχρεωτική) υπήρξε αμφισβήτηση στη νομολογία για τη δυνατότητα άσκησης ανταίτησης προφορικά κατά τη συζήτηση της κύριας αίτησης στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Η διχογνωμία αυτή επιλύθηκε με το άρθρο 23 του Ν 4509/2017, με το οποίο ορίσθηκε ρητώς ότι η ανταίτηση μπορεί να ασκηθεί και προφορικά. Θεωρούμε ότι η επέκταση της τυπικότητας της διαδικασίας και στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων και η κατάργηση  της δυνατότητας προφορικής ανταίτησης είναι αντίθετη με την αρχή της οικονομίας της δίκης και της δικαστικής ενέργειας και θα οδηγεί συχνά στην αναβολή της εκδίκασης της κύριας αίτησης, προκειμένου αυτή να συνεκδικασθεί με την ανταίτηση, που θα κατατίθεται έως τη συζήτηση της κύριας αίτησης.
Στην παράγραφο 7 ρυθμίζονται ο συνέπειες της ερημοδικίας, σύμφωνα με το ανακριτικό σύστημα που διέπει τη δίκη των ασφαλιστικών μέτρων, και ορίζεται πως «αν κατά τη συζήτηση της αίτησης ή της ανταίτησης στο ακροατήριο δεν εμφανισθεί κάποιος διάδικος ή εμφανισθεί και δεν λάβει νόμιμα μέρος στη συζήτηση, η διαδικασία προχωρά σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι». Σημειώνεται ότι η αρχή αυτή κάμπτεται στην περίπτωση του άρθρου 734, κατά την οποία αν ασκηθεί έφεση σε δίκη ασφαλιστικών μέτρων νομής ή κατοχής και ο εκκαλών είναι ερήμην, η έφεση απορρίπτεται. Θεωρούμε πως η εξέταση όλων των λόγων που τυχόν εμπεριέχονται σε μία αίτηση λήψης ασφαλιστικών μέτρων, στην οποία παρίσταται μόνο ο καθ’ ου η αίτηση, και η οποία συνήθως θα απορρίπτεται λόγω έλλειψης αποδεικτικών στοιχείων, δεν εξυπηρετεί την επιτάχυνση στην απονομή της δικαιοσύνης, που όλα τα νομοσχέδια για την αλλαγή του ΚΠολΔ επιδιώκουν.
 
690 ΚΠολΔ
Με τη δεύτερη παράγραφο προβλέπεται η συμμετοχή γραμματέα στη σύνθεση του δικαστηρίου και η  τήρηση πρακτικών σε όλες τις υποθέσεις ασφαλιστικών μέτρων. Η ρύθμιση είναι προς τη θετική κατεύθυνση, καθώς η καταγραφή των καταθέσεων των μαρτύρων στη δίκη των ασφαλιστικών μέτρων ασφαλώς μπορεί να συνδράμει το έργο του δικαστή όχι μόνο στο στάδιο της προσωρινής δικαστικής προστασίας αλλά και κατά την εκδίκαση της κύριας αγωγής, καθόσον άλλωστε στην τακτική διαδικασία έχει περιορισθεί σημαντικά η προφορικότητα και η αμεσότητα της διαδικασίας. Ωστόσο ο χρόνος που απαιτείται για την απομαγνητοφώνηση των τηρούμενων πρακτικών θα περιορίσει ακόμα περισσότερο τον ούτως ή άλλως ελάχιστο χρόνο που διαθέτει ο δικαστής για την έκδοση ορισμένων αποφάσεων σε υποθέσεις εκτέλεσης, όπου οι προθεσμίες είναι ιδιαίτερα   ανελαστικές και η απόφαση πρέπει να δημοσιευθεί εντός λίγων ημερών.
 
724 ΚΠολΔ :
Ορίζεται ρητά ότι για την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης ή την επιβολή συντηρητικής κατάσχεσης απαιτείται οριστική καταψηφιστική απόφαση (έστω και αν δεν έχει κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή). Θεωρούμε ορθότερη την άποψη σύμφωνα με την οποία η οριστική απόφαση που εκδίδεται με πλήρη απόδειξη για την ασφαλιστέα απαίτηση και παρέχει περισσότερα εχέγγυα ορθής κρίσης σε σχέση με την απόφαση ασφαλιστικών μέτρων, που εκδίδεται με απλή πιθανολόγηση της ασφαλιστέας απαίτησης, μπορεί να αποτελεί τίτλο για την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης και την επιβολή συντηρητικής κατάσχεσης, ακόμη και αν δεν είναι καταψηφιστική, αλλά αναγνωριστική απλώς της ασφαλιστέας απαίτησης.
 
732Α ΚΠολΔ:
Θεσπίζεται η υποχρέωση άσκησης αγωγής για την κύρια υπόθεση σε κάθε περίπτωση προσωρινής ρύθμισης της κατάστασης, κατ’ αρθ 731 και 732 ΚΠολΔ. Τα επιχειρήματα υπέρ της τροποποίησης εκτίθενται στην Ανάλυση Συνεπειών Ρύθμισης. Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι σε ορισμένες περιπτώσεις η διαφορά επιλύεται στα πλαίσια των ασφαλιστικών μέτρων, με αποτέλεσμα η υποχρέωση άσκησης αγωγής να επιφέρει περιττή επιβάρυνση των πινακίων και των διαδίκων. Άλλωστε δεν υφίσταται όμοια υποχρέωση στις υποθέσεις ασφαλιστικών μέτρων νομής ή κατοχής (αρθ. 734 ΚΠολΔ), ούτε στις διαφορές επί προσωπικών σχέσεων συζύγου – τέκνων (αρθ. 735 ΚΠολΔ).
 
Άρθρα 936-938 ΚΠολΔ
 
Α) Ένδικα μέσα
Με τις ισχύουσες ρυθμίσεις, στην περίπτωση εκτέλεσης που στηρίζεται σε δικαστική απόφαση ή διαταγή πληρωμής, κατά της απόφασης που εκδίδεται επί της ανακοπής επιτρέπεται η άσκηση μόνο έφεσης, ενώ στις λοιπές περιπτώσεις των εκτελεστών τίτλων του άρθρου 904 παράγραφος 2, κατά της απόφασης που εκδίδεται επί της ανακοπής επιτρέπεται η άσκηση όλων των ένδικων μέσων πλην της ανακοπής ερημοδικίας.
Με την προτεινόμενη ρύθμιση επανέρχονται όλα τα ένδικα μέσα (πλην της ανακοπής ερημοδικίας) ανεξαρτήτως εκτελεστού τίτλου, στον οποίο στηρίζεται η αναγκαστική εκτέλεση. Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση «η κατάργηση της αίτησης αναίρεσης, όταν εκτελεστός τίτλος  είναι  δικαστική  απόφαση  ή  διαταγή  πληρωμής,  στέρησε  την ερμηνεία  του  αστικού  δικονομικού  δικαίου,  σε  θεμελιώδες  ένδικο βοήθημα, από την ιδιαίτερα κρίσιμη νομολογία του Αρείου Πάγου, μέσω της  οποίας  επιτυγχάνεται  ασφάλεια δικαίου.  Για  τον λόγο  αυτό επαναφέρεται η δυνατότητα άσκησης έφεσης και αναίρεσης, ανεξάρτητα από τον εκτελεστό τίτλο, στον οποίο στηρίζεται η αναγκαστική εκτέλεση». Όμως, η νέα ρύθμιση δημιουργεί υπερβολική και αναιτιολόγητη καθυστέρηση στην εκτελεστική διαδικασία, ιδίως στις περιπτώσεις που ο εκτελούμενος δικαστικός τίτλος προέρχεται από δικαστική απόφαση, οπότε και έχει ήδη προηγηθεί διαγνωστική δίκη, πολλές φορές μετά από άσκηση τακτικών και εκτάκτων ενδίκων μέσων.
 
Β) Αναστολή εκτέλεσης
Με εξαίρεση την κατάσχεση ακινήτων στην έμμεση εκτέλεση και στα υποκείμενα σε φθορά κινητά, επαναφέρεται η δυνατότητα αναστολής εκτέλεσης στις άλλες περιπτώσεις. Στην έμμεση εκτέλεση σε ακίνητα η δυνατότητα αναστολής παραμένει μόνο από το δικαστήριο του ενδίκου μέσου, όπως προέβλεπε και ο Ν. 4335/2015.
Μετά την κατάργηση του άρθρου 938 ΚΠολΔ με τον Ν. 4335/2015, μέρος της νομολογίας, θεωρώντας πως η παράλειψη ρύθμισης της αναστολής της έμμεσης εκτέλεσης ή της κατάσχεσης στα χέρια τρίτου, σε περίπτωση άσκησης ανακοπής που εκκρεμούσε σε πρώτο βαθμό, οφειλόταν σε ‘ακούσιο’ νομοθετικό κενό, δεχόταν πως με βάση την τήρηση της αρχής δικαστικής προστασίας σε κάθε στάδιο (αρθ. 20 του Συντ/τος) μπορούσε και επί έμμεσης εκτέλεσης καθώς και σε περίπτωση κατάσχεσης εις χείρας τρίτου να ζητηθεί η αναστολή εκτέλεσης είτε με ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 937 παρ1 γ ΚΠολΔ, είτε  με ανάλογη εφαρμογή των άρθρων 731-732 ΚΠολΔ, ως προσωρινή ρύθμιση κατάστασης. Βέβαια, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 933 παρ. 2 και 6 ΚΠολΔ, λαμβάνεται μέριμνα, ώστε η ανακοπή  να συζητείται εγκαίρως και η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου να εκδίδεται πριν από τη διενέργεια του πλειστηριασμού. Ωστόσο η πραγματικότητα, όπως διαμορφώθηκε κυρίως στο Πρωτοδικείο Αθηνών, απέδειξε ότι δεν είναι πάντα δυνατή η τήρηση των ως άνω προθεσμιών, με αποτέλεσμα να παρέχεται στον καθού η εκτέλεση, που επισπεύδεται πλειστηριασμός στην ακίνητη περιουσία του, το ένδικο βοήθημα του άρθρου 933 ΚΠολΔ, χωρίς όμως να του παρέχεται ουσιαστική δικαστική προστασία.
 
Άρθρο 950 ΚΠολΔ
 
Με την προτεινόμενη ρύθμιση γίνεται προσαρμογή στις διατάξεις του Ν. 4800/2021 «Μεταρρυθμίσεις αναφορικά με τις σχέσεις γονέων και τέκνων, άλλα ζητήματα οικογενειακού δικαίου και λοιπές επείγουσες διατάξεις», προκειμένου να μην υπάρχουν αντιφάσεις μεταξύ ΑΚ και ΚΠολΔ. Η μεταρρύθμιση της παρ. 2 του άρθρου 950 ΚΠολΔ έγινε έτσι ώστε η απειλή των ποινών της χρηματικής ποινής και της προσωρινής κράτησης να διατάσσεται και αυτεπαγγέλτως, ενώ παρέχεται πλέον η δυνατότητα επιβολής των ως άνω ποινών για κάθε ξεχωριστή παράβαση. Όμως η πρόβλεψη του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 2 περί του ότι στην περίπτωση παρεμπόδισης του δικαιώματος της προσωπικής επικοινωνίας του γονέα με το τέκνο, ο δικαστικός επιμελητής βεβαιώνει με έκθεσή του την πράξη της παρεμπόδισης, είναι άστοχη, αφού ο δικαστικός επιμελητής δεν μπορεί να έχει τέτοια εξουσία (βεβαίωσης της παράβασης), ενόψει του ότι αυτό μπορεί να γίνει μόνο με δικαστική απόφαση στα πλαίσια του άρθρου 947 ΚΠολΔ. Μάλλον το σχετικό εδάφιο θα πρέπει να παραλειφθεί ή να αντικατασταθεί η λέξη «βεβαιώνει» με τη λέξη «διαπιστώνει».
 
Άρθρο 959 ΚΠολΔ
 
Στην παρ. 4 του άρθρου 959 αντικαθίσταται το δεύτερο εδάφιο και προστίθεται τρίτο εδάφιο, στην παρ. 5 προστίθεται νέο πέμπτο εδάφιο και τροποποιούνται το πρώτο και το έκτο εδάφιο με προσθήκη αντίστοιχων ρυθμίσεων για την από κοινού πλειοδοσία, στην παρ. 6 η λέξη «πλειστηριασμού» αντικαθίσταται με τις λέξεις «πλειστηριασμών ΗΛ.ΣΥ.ΠΛΕΙΣ), στο πρώτο εδάφιο της παρ. 8 η ώρα «14:00» αντικαθίσταται με «12:00» και η ώρα «18:00» αντικαθίσταται με «16:00», το δεύτερο εδάφιο της ίδιας παραγράφου τροποποιείται αντιστοίχως.
Η  κατάργηση  της  δυνατότητας  πλειοδοσίας  από  περισσότερους  υποψήφιους πλειοδότες από τον ν. 4512/2018 οφείλεται στην αδυναμία ταυτόχρονης συμμετοχής στην ηλεκτρονική πλατφόρμα περισσότερων πλειοδοτών, η οποία δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί για τεχνικούς λόγους. Με την τροποποίηση της παρ. 4 λύνεται το ανωτέρω πρόβλημα, αφού προβλέπεται η εκδήλωση ενδιαφέροντος  από  περισσότερους  πλειοδότες,  μέσω  ειδικού  πληρεξουσίου,  το  οποίο  θα πρέπει να δηλώνει όποιος πλειοδότης θα εκπροσωπήσει τους λοιπούς, σύμφωνα με την παρ. 5 της διάταξης. Οι περισσότεροι πλειοδότες ενέχονται εις ολόκληρον για την καταβολή  του  πλειστηριάσματος,  ανεξάρτητα  από  τη  μεταξύ  τους κατανομή και σχέση.
 
 
Άρθρο 966 ΚΠολΔ
 
Το σχέδιο νόμου προβλέπει ότι δεν θα απαιτείται απόφαση δικαστηρίου προκειμένου να μειωθεί η τιμή πρώτης προσφοράς μετά από δύο άγονους πλειστηριασμούς. Συγκεκριμένα, εφόσον υπάρξουν δύο άγονοι πλειστηριασμοί, ο τρίτος βγαίνει με τιμή πρώτης προσφοράς ίση με το 80% της αρχικώς ορισθείσας τιμής και ο τέταρτος, αν χρειασθεί, με τιμή πρώτης προσφοράς ίση προς το 65% της αρχικώς ορισθείσας. Όλα τα ανωτέρω θα γίνονται αυτόματα, χωρίς να απαιτείται απόφαση Δικαστηρίου. Όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση, η διάταξη αντιμετωπίζει το φαινόμενο της έλλειψης πλειοδοτών, που οφείλεται συχνά στην υψηλή τιμή πρώτης προσφοράς του πλειστηριαζόμενου κινητού ή ακινήτου και «συμβάλλει στην αποσυμφόρηση των δικαστηρίων, τα οποία με βάση το προηγούμενο καθεστώς θα έπρεπε να διατάξουν αυτά τα ίδια τη μείωση της τιμής πρώτης προσφοράς, λαμβάνοντας υπόψη τις κρατούσες συνθήκες αγοράς. Επομένως εισάγεται ένα αντικειμενικό κριτήριο προσαρμογής της τιμής πρώτης προσφοράς στις συνθήκες αγοράς». Μπορεί η δυνατότητα αυτόματης μείωσης της τιμής πρώτης προσφοράς, χωρίς την προσφυγή σε δικαστική κρίση να συμβάλει στη μερική αποσυμφόρηση των δικαστηρίων και να προστατεύει τον δανειστή, πλην όμως δεν παρέχεται στον οφειλέτη απαιτούμενη προστασία, προκειμένου να προσβάλει τις τιμές μετά τον αρχικό πλειστηριασμό ενώπιον δικαστηρίου, ιδίως στις περιπτώσεις που στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα έχει επέλθει κάποια αλλαγή ως προς την αξία του ακινήτου.
 
 
Άρθρο 972 ΚΠολΔ
 
Με την ανωτέρω τροποποίηση προβλέπεται για πρώτη φορά η υποχρεωτική υπογραφή της αναγγελίας από δικηγόρο. Ναι μεν η αναγγελία αποτελεί εξωδικαστική πράξη, που συνεπάγεται σοβαρές έννομες συνέπειες για τα υποκείμενα της αναγκαστικής εκτέλεσης, αλλά και  για τους δανειστές και αποτελεί την πρώτη διαδικαστική πράξη της διαδικασίας της κατάταξης και η υπογραφή της από δικηγόρο αυξάνει τα εχέγγυα της ορθότητας της διαδικασίας, πλην όμως ίσως επιβαρύνει (η υποχρεωτική υπογραφή της από δικηγόρο)  τον δανειστή με περαιτέρω διαδικαστικά έξοδα.
 
 
Μεταβατικές διατάξεις
«α) Το τέταρτο και πέμπτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 933, όπως προστίθενται με το άρθρο 60 του παρόντος νόμου και το τρίτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 936 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, όπως προστίθεται με το άρθρο 61 του παρόντος νόμου, εφαρμόζονται για όσες ανακοπές ασκηθούν μετά από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου.
β) Το άρθρο 937 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, όπως τροποποιείται με το άρθρο 62 του παρόντος νόμου, εφαρμόζεται για τις αποφάσεις που θα δημοσιευθούν μετά από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου.
γ) Το άρθρο 938 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, όπως προστίθεται με το άρθρο 63 του παρόντος νόμου, εφαρμόζεται όταν η επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση διενεργείται μετά από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου.
δ) Η παρ. 2 του άρθρου 950 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, όπως τροποποιείται με το άρθρο 64 του παρόντος νόμου, εφαρμόζεται και για τις εκκρεμείς αγωγές.
ε) Η περ. ε΄ της παρ. 2 του άρθρου 954 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, όπως τροποποιείται με το άρθρο 66 του παρόντος νόμου και η περ. γ΄ της παρ. 3 του άρθρου 953 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, όπως τροποποιείται με το άρθρο 65 του παρόντος νόμου εφαρμόζονται σε όσες κατασχέσεις κινητών επιβληθούν, μετά από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου.
στ) Οι παρ. 4, 5 και 8 του άρθρου 959, η παρ. 2 του άρθρου 962, το τρίτο και έκτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 965, το πρώτο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 965, η παρ. 1 του άρθρου 966, η περ. α’ της παρ. 1 του άρθρου 972, οι παρ. 1 και 3 του άρθρου 973, η παρ. 1 του άρθρου 997, η παρ. 1 του άρθρου 1004, το άρθρο 1009 και το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 1018 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, όπως τροποποιούνται με τις διατάξεις του παρόντος νόμου, εφαρμόζονται για όσους πλειστηριασμούς προσδιοριστούν μετά από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου.
ζ) Η παρ. 6 του άρθρου 973, όπως τροποποιείται με το άρθρο 72 του παρόντος νόμου, εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς ανακοπές.
η) Το δεύτερο εδάφιο της περ. 1 του άρθρου 975, το πρώτο, τρίτο και πέμπτο εδάφιο της περ. 3, η περ. 4, το τελευταίο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 977, η παρ. 2 του άρθρου 977Α του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, όπως τροποποιούνται με τις διατάξεις του παρόντος νόμου, εφαρμόζονται, όταν ο πίνακας κατάταξης αφορά σε πλειστηριασμό, που διενεργήθηκε μετά από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου.
θ) το δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 979 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, όπως προστίθεται με το άρθρο 76 του παρόντος νόμου, καθώς και το δεύτερο και τρίτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 985 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, όπως προστίθενται με το άρθρο 77 του παρόντος νόμου υπό τον όρο ότι υπάρχουν οι υποδομές για την ηλεκτρονική υποβολή, εφαρμόζονται από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου.
ι) Το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 986 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, όπως προστίθεται με το άρθρο 78 του παρόντος νόμου, εφαρμόζεται σε όσες ανακοπές ασκηθούν μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου και σε όσες ανακοπές εκκρεμούν και έχουν εισαχθεί κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών.
ια) Οι παρ. 1, 2 και 4 του άρθρου 995 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, όπως τροποποιούνται με το άρθρο 80 του παρόντος νόμου, εφαρμόζονται για επιδόσεις που πρόκειται να γίνουν μετά από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου.»
Ακατανόητη η επιλογή του νομοθέτη να προβλέψει διαφορετικούς χρόνους έναρξης ισχύος σε πολλές διατάξεις που τροποποιούνται, η οποία αναπόδραστα δημιουργεί παράλληλα δικονομικά πλαίσια, δυσκολία στην εφαρμογή τους και κίνδυνο ανασφάλειας δικαίου.
 
Ηλεκτρονική υπογραφή, ηλεκτρονική κατάθεση κ.λπ.
Προς αποφυγή άσκοπων επαναλήψεων, θεωρούμε ότι οι διατάξεις που βρίσκονται διάσπαρτες εντός του νομοσχεδίου και σχετίζονται με την δυνατότητα αξιοποίησης στην πολιτική δίκη των ηλεκτρονικών και ψηφιακών μέσων (π.χ. κατάθεση με ηλεκτρονική υπογραφή, επίδοση δικογράφων με ηλεκτρονική υπογραφή, ηλεκτρονική κατάθεση προτάσεων κλπ), κινούνται στην ορθή κατεύθυνση και ελπίζουμε σύντομα να ανοίξει ο δρόμος να καταστούν και πραγματικά εφαρμόσιμες, ώστε να παύσουν να αποτελούν μόνιμο ευχολόγιο.
 
 
Πρόταση ΕΔΕ για νομοθετικό περιορισμό στον αριθμό εναγόντων – αιτούντων ανά δικόγραφο.
 
Η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων με αφορμή τις τροποποιήσεις στον ΚΠολΔ, επαναφέρει εκ νέου το αίτημα που επανειλημμένα θέτει σε όλους του Υπουργούς Δικαιοσύνης από το 2018 και εντεύθεν για νομοθετικό πλαφόν στον αριθμό των αιτούντων – εναγόντων ανά δικόγραφο, κατά τα ισχύοντα στον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας. Η ρύθμιση αυτή, της οποίας ο φυσικός χώρος από συστηματική άποψη είναι ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, θα ενισχύσει την ταχύτητα στην απονομή της Δικαιοσύνης, καθώς θα αποτρέψει το φαινόμενο των υπερ-πολυπρόσωπων δικών, με εκατοντάδες διαδίκους, που σε πολλές περιπτώσεις οδηγεί σε χαοτικό αποτέλεσμα και σημαντική δυσχέρεια διαχείρισης τόσο του αποδεικτικού υλικού, όσο και του μεγέθους της ίδιας της απόφασης. Θεωρούμε ότι η θέσπιση του πλαφόν αυτού (ενδεικτικά προτείνεται ο αριθμός των 50 εναγόντων/αιτούντων ανά δικόγραφο) θα αφομοιώσει δημιουργικά την επιτυχημένη εμπειρία που αποκομίσθηκε από τη θέσπιση της αντίστοιχης ρύθμισης στη διοικητική δίκη».
 
Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδος
    Οι παρατηρήσεις της Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδος (ΕΕΕ) έχουν ως εξής:
«Επί του σχεδίου νόμου για την Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών (ΕΣΔΙ), που υποβλήθηκε από τη Νομοπαρασκευαστική Επιτροπή και μας κοινοποιήθηκε, προκειμένου να προβούμε σε παρατηρήσεις, εκφράζουμε τις παρακάτω επισημάνσεις-αντιρρήσεις μας σε επιμέρους διατάξεις, που ρυθμίζουν τη συμμετοχή των δικαστικών ενώσεων  στο Δ.Σ. της ΕΣΔΙ, την πρακτική εκπαίδευση των σπουδαστών και  την αξιολόγηση τους στο στάδιο αυτό, το χρόνο πραγματικής υπηρεσίας των διοριζόμενων ως δόκιμων δικαστικών λειτουργών, καθώς και σε διατάξεις, οι οποίες διαφαίνεται ότι ενέχουν δυσμενή διάκριση σε βάρος της πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης και της κατεύθυνσης εισαγγελέων και υποβάθμισή τους. Ειδικότερα:
Ι. Στο άρθρο 4 παρ. 1α περ. εε προβλέπεται ότι πλέον, στο Διοικητικό Συμβούλιο της Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών, θα μετέχει ο Πρόεδρος της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων ή των Δικαστικών Λειτουργών του Συμβουλίου της Επικρατείας ή του Ελεγκτικού Συνεδρίου ή των Διοικητικών Δικαστών ή των Εισαγγελέων Ελλάδος, εκ περιτροπής με ενιαύσια θητεία, ενώ μέχρι τώρα μετέχουν: α) ο Πρόεδρος της ‘Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων ή ο Πρόεδρος της ‘Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδος, εκ περιτροπής για θητεία δεκαοκτώ μηνών και β) ο Πρόεδρος της ’Ένωσης Δικαστικών Λειτουργών του Συμβουλίου της Επικρατείας ή της ‘Ένωσης Δικαστικών Λειτουργών του Ελεγκτικού Συνεδρίου ή της ‘Ένωσης Διοικητικών Δικαστών, εκ περιτροπής με ενιαύσια θητεία. Με τη συμμετοχή των δικαστικών ενώσεων το Διοικητικό Συμβούλιο γίνεται αντιπροσωπευτικότερο και οι δικαστικές ενώσεις εκφράζουν τα γενικότερα αιτήματα του κλάδου και τα σχετικά με την κατάρτιση και επιμόρφωση των δικαστών. Με την προτεινόμενη ρύθμιση υποβαθμίζεται ο ρόλος των Δικαστικών Ενώσεων στο Δ.Σ. της ΕΣΔΙ, αφού μέχρι σήμερα υπήρχε ταυτόχρονη συμμετοχή δύο Δικαστικών  Ενώσεων (και από την πολιτική και ποινική κατεύθυνση και από την διοικητική κατεύθυνση), ενώ πλέον προβλέπεται η συμμετοχή μόνο μιας Δικαστικής  Ένωσης, εκ περιτροπής με ενιαύσια θητεία, με αποτέλεσμα  οι Δικαστικές Ενώσεις της πολιτικής και ποινικής κατεύθυνσης ( Ένωση Εισαγγελέων και Ε.Δ.Ε.), να μη μετέχουν στο Δ.Σ. της ΕΣΔΙ, όταν μετέχουν σ’ αυτό οι Δικαστικές Ενώσεις της διοικητικής κατεύθυνσης (για τρία χρόνια, στην πενταετία) και αντίστοιχα οι Δικαστικές Ενώσεις της διοικητικής κατεύθυνσης  να μη μετέχουν στο Δ.Σ της ΕΣΔΙ, όταν μετέχουν σ’ αυτό η Ένωση Εισαγγελέων  και η Ε.Δ.Ε. (για δύο χρόνια στην πενταετία) .
ΙΙ. Στο  άρθρο 23 προβλέπεται ο τόπος και ο τρόπος  της πρακτικής άσκησης στα δικαστικά καταστήματα, καθώς και ο τρόπος αξιολόγησης των εκπαιδευόμενων με συγκριτική αξιολόγηση, όλων των εκπαιδευομένων από το σύνολο των εκπαιδευτών, η οποία θα  αποτυπώνεται σε πίνακα κατάταξης των εκπαιδευόμενων σε πέντε ομάδες και σε κάθε ομάδα θα κατατάσσεται υποχρεωτικά συγκεκριμένο  προκαθορισμένο ποσοστό εκπαιδευομένων. Θεωρούμε ότι, αφενός μεν, δεν είναι πρακτικά εφικτή η διενέργεια της πρακτικής άσκησης όλων των εκπαιδευόμενων σε πρωτοβάθμια δικαστήρια της Θεσσαλονίκης, ούτε η ορθή αξιολόγηση του συνόλου των εκπαιδευομένων από το σύνολο των εκπαιδευτών στο σύντομο χρονικό διάστημα της πρακτικής άσκησης, αφετέρου δε εσφαλμένα η αξιολόγηση των εκπαιδευόμενων, θα γίνεται με τον τρόπο αυτό και μάλιστα με προκαθορισμένο ποσοστό σε κάθε ομάδα,  όταν μάλιστα   οι εκπαιδευόμενοι έχουν εξεταστεί και βαθμολογηθεί ήδη τρείς φορές μέχρι το στάδιο αυτό της πρακτικής άσκησης. Φρονούμε ότι στο στάδιο της πρακτικής άσκησης η  απόδοση  του εκπαιδευόμενου πρέπει μόνο να χαρακτηρίζεται ως επιτυχής ή μη.
ΙΙΙ. Στο άρθρο 28 παρ.4 ορίζεται ότι οι διοριζόμενοι σε θέσεις δοκίμων δικαστικών λειτουργών διανύουν πραγματική υπηρεσία δόκιμου δικαστικού λειτουργού είκοσι (20) μηνών. Ο ορισμός του χρόνου αυτού σε είκοσι (20) μήνες, αναπόφευκτα θα δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα στη λειτουργία των δικαστηρίων και εισαγγελιών, που  οι διοριζόμενοι θα υπηρετούν, αλλά και εκεί όπου αυτοί θα τοποθετηθούν μετά την προαγωγή τους, αφού οι μετακινήσεις τόσο των ίδιων, αλλά και όσων μετατεθούν θα πραγματοποιηθούν στο μέσον του δικαστικού έτους. Με δεδομένο ότι εισαγωγικός διαγωνισμός στην ΕΣΔΙ θα διενεργείται κάθε χρόνο, φρονούμε ότι πρέπει να οριστεί  οι διοριζόμενοι σε θέσεις δοκίμων δικαστικών λειτουργών διανύουν πραγματική υπηρεσία δόκιμου δικαστικού λειτουργού  δώδεκα (12) μηνών.
ΙV. Στο άρθρο 1 παρ.2 προσδιορίζεται η σειρά των αναφερόμενων δικαστηρίων και μετά το Συμβούλιο της Επικρατείας, για πρώτη φορά, τίθεται το Ελεγκτικό Συνέδριο και όχι τα πολιτικά και ποινικά δικαστήρια, στα οποία ανήκει και ο Άρειος Πάγος, ο οποίος κατά την τάξη των δικαστηρίων τίθεται προ του Ελεγκτικού Συνεδρίου, με το αβάσιμο επιχείρημα ότι οι εκπαιδευόμενοι διορίζονται σε θέσεις δοκίμων δικαστικών λειτουργών των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων και όχι απευθείας στον Άρειο Πάγο, όπως γίνεται  στο Ελεγκτικό Συνέδριο , που αποτελεί ανώτατο δικαστήριο.
V. Στο άρθρο 7 παρ. 2 προβλέπεται ότι ως Διευθυντής Κατάρτισης  τοποθετείται  για την κατεύθυνση της Διοικητικής Δικαιοσύνης, ένας Πρόεδρος Εφετών που υπηρετεί στα διοικητικά δικαστήρια, εφόσον ο Γενικός Διευθυντής της Σχολής προέρχεται από το Συμβούλιο της Επικρατείας, όταν όμως ο Γενικός Διευθυντής προέρχεται από τον Άρειο Πάγο ως Διευθυντής Κατάρτισης και Επιμόρφωσης ορίζεται Σύμβουλος Επικρατείας, χωρίς να υπάρχει, για  λόγους ισοτιμίας , αντίστοιχη πρόβλεψη για την περίπτωση που ο Γενικός Διευθυντής προέρχεται από το Συμβούλιο της Επικρατείας. Η προτεινόμενη ρύθμιση ενέχει δυσμενή διάκριση σε βάρος του Αρείου Πάγου και  υποβάθμιση της κατεύθυνσης πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης και της κατεύθυνσης εισαγγελέων και πρέπει, είτε να απαλειφθεί η πρόβλεψη για ορισμό ως Διευθυντή Κατάρτισης και Επιμόρφωσης στην κατεύθυνση της Διοικητικής Δικαιοσύνης Συμβούλου Επικρατείας, όταν Γενικός Διευθυντής προέρχεται από τον Άρειο Πάγο, είτε  να υπάρξει αντίστοιχη πρόβλεψη για τις κατευθύνσεις πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης και εισαγγελέων,  στην περίπτωση που ο Γενικός Διευθυντής προέρχεται από το Συμβούλιο της Επικρατείας.
VI. Τέλος, στο άρθρο 5 παρ. 1 προτείνουμε  να προβλεφθεί ότι θέση Γενικού Διευθυντή, μπορεί να καταλάβει και Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, με τις ίδιες προϋποθέσεις».

Πηγή: sofokleousin.gr