Χωρίς τον φόβο ποινικών διώξεων οι τραπεζίτες θα μπορούν πλέον να χειριστούν με μεγαλύτερη άνεση δανειακές υποθέσεις, αποφασίζοντας με τραπεζικά κριτήρια για χορηγήσεις, ρυθμίσεις, αναδιαρθρώσεις και διαγραφές δανείων.

Το ΣΤ’ Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου έκρινε συνταγματική τη διάταξη του νέου Ποινικού Κώδικα, που προβλέπει ότι σ’ αυτές τις περιπτώσεις δίωξη δεν μπορεί να ασκηθεί αυτεπαγγέλτως από εισαγγελείς, αλλά μόνον αν υποβληθεί έγκληση από την -ενδεχομένως – ζημιωθείσα τράπεζα.

Η διάταξη που ίσχυε πριν από την ψήφιση του νέου Ποινικού Κώδικα  και άφηνε έκθετα τα τραπεζικά στελέχη σε πρωτοβουλίες εισαγγελικών αρχών ή τρίτων, ήταν  για μεγάλο χρονικό διάστημα τροχοπέδη στις προσπάθειες των τραπεζών να εκκαθαρίσουν τα προβληματικά τους χαρτοφυλάκια, προχωρώντας σε ρυθμίσεις και αναδιαρθρώσεις δανείων. Αποτελούσε ακόμη επικρεμάμενη απειλή για τραπεζίτες που υπέγραφαν νέες δανειακές συμβάσεις για μεγάλα ποσά χρηματοδοτήσεων.

Το βούλευμα του ΣΤ’ Ποινικού Τμήματος του ανωτάτου δικαστηρίου όπου περιλαμβάνεται η κρίση περί συνταγματικότητας, εκδόθηκε μετά από αίτηση της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, που ζητούσε να αναιρεθεί η υπ΄ αριθμ. 2758/2020 απόφαση του Πλημμελειοδικείου Αθηνών, για χορηγηθέντα δάνεια σε εταιρείες του εφοπλιστή Θεόδωρου Βενιάμη, προέδρου της Ένωσης Ελλήνων Εφοπλιστών,
Η Εισαγγελία του Αρείου Πάγου έχει ασκήσει αναίρεση και για άλλες τρεις ανάλογες  υποθέσεις.

Το ζήτημα συνταγματικότητας της διάταξης του νέου Ποινικού Κώδικα θα κριθεί τελεσίδικα  από την Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.

Σημειώνεται, ότι μετά την κατάργηση του αυτεπάγγελτου της δίωξης των τραπεζικών στελεχών, τέθηκε τρίμηνη προθεσμία στα Πιστωτικά Ιδρύματα προκειμένου να αποφασίσουν εάν θα υποβάλλουν ή όχι μηνύσεις κατά στελεχών τους. Δηλαδή αν επιθυμούσαν τη διάσωση των εκκρεμών υποθέσεων, αλλιώς αυτές θα έκλειναν σε δικαστικό επίπεδο. Επίσης, το αδίκημα της απιστίας από στελέχη των τραπεζών από κακούργημα μετατράπηκε σε πλημμέλημα.

Πηγή: sofokleousin.gr