Στην απόφαση της κυβέρνησης για αύξηση του κατώτατου μισθού κατά 2%, παρά την αντίθετη εισήγηση των εκπροσώπων των επιχειρήσεων στάθηκε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης στην τοποθέτησή του κατά την έναρξη της συνεδρίασης του Υπουργικού Συμβουλίου, που βρίσκεται σε εξέλιξη μέσω τηλεδιάσκεψης. Έτσι ο νέος κατώτατος μισθός θα διαμορφωθεί από 650 σε 663 ευρώ. 

«Επιτρέψτε μου να ξεκινήσω με το πρώτο θέμα στην ημερήσια διάταξή μας που αφορά τις αποφάσεις του Υπουργικού Συμβουλίου σε σχέση με τον κατώτατο μισθό. Παρά την αντίθετη εισήγηση των εκπροσώπων των επιχειρήσεων, η κυβέρνηση αποφάσισε για φέτος την αύξηση του κατώτατου μισθού κατά 2%. Όπως ξέρετε στον σχετικό διάλογο που προηγήθηκε, οι Συνομοσπονδίες των επαγγελματιών, των βιοτεχνών, των μεγάλων επιχειρήσεων, των εμπόρων, είχαν ζητήσει το πάγωμα του κατώτατου μισθού λόγω των ειδικών συνθηκών που επέφερε η πανδημία. Και πράγματι -όπως όλοι γνωρίζουμε- το Α.Ε.Π. πέρυσι μειώθηκε περίπου κατά 8% κατά συνέπεια οι συνθήκες αυτές ισχύουν. Αυτό το οποίο όμως επίσης ισχύει είναι ο δυναμισμός της ελληνικής οικονομίας, οι προοπτικές της, τις οποίες εμπιστεύομαι και προσωπικά», τόνισε ξεκινώντας την εισαγωγική τοποθέτησή του ο πρωθυπουργός.

Εξήγησε ότι «η αύξηση την οποία αποφασίζουμε σήμερα προφανώς και δεν καλύπτει τις ανάγκες των εργαζομένων. Θέλω να θυμίσω, όμως, ότι έρχεται σε συνέχεια ενός γιγαντιαίου προγράμματος το οποίο ξεπέρασε τα 40 δισ. ευρώ, το οποίο επί 18 μήνες στήριξε το εισόδημα, τις θέσεις εργασίας, αλλά και τη ρευστότητά των επιχειρήσεων. Όπως, επίσης, και το γεγονός ότι η αύξηση αυτή έρχεται να συμπληρώσει ένα κύμα φοροελαφρύνσεων, αλλά και μικρότερων εισφορών που και αυτές με τη σειρά τους υποστήριξαν το διαθέσιμο εισόδημα όλων των εργαζομένων. Τώρα η ενίσχυση αυτή έρχεται να τονώσει τους χαμηλότερα αμειβόμενους. Έχει ένα ύψος το οποίο μπορεί να χαρακτηριστεί και συμβολικό. Είναι, όμως, απολύτως ρεαλιστική. Αλλά η κατεύθυνσή της παραμένει ουσιαστική διότι δείχνει ότι σταθερό μέλημα αυτής της κυβέρνησης είναι η προστασία των πιο αδύναμων συμπολιτών μας, αλλά και γιατί η αύξηση αυτή -εν μέσω των μεγάλων δυσκολιών της πανδημίας- σηματοδοτεί την αισιοδοξία μας για το μέλλον της ελληνικής οικονομίας συνολικά. Με λίγα λόγια θα μπορούσα να χαρακτηρίσω την απόφαση αυτή ως ένα διπλό σήμα: Ένα σήμα επανεκκίνησης της εθνικής παραγωγικής μηχανής, καθώς όλοι οι δείκτες μπαίνουν σε ανοδική τροχιά αφού παρά τις δυσκολίες, τα έσοδα από τον τουρισμό φαίνεται ότι δεν θα συγκρίνονται πλέον με αυτά του 2020, αλλά με αυτά του 2019. Ενώ οι επενδύσεις και οι εξαγωγές κινούνται ήδη σε επίπεδα προ κρίσης. Και όλα αυτά πριν πέσουν ακόμα στην πραγματική οικονομία οι σημαντικοί πόροι από το Ταμείο Ανάκαμψης».

Χατζηδάκης: Δημιουργούνται προϋποθέσεις για καλύτερες αμοιβές 

Επίσης, σε ανακοίνωσή του το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων αναφέρει ότι Το Υπουργικό Συμβούλιο ενέκρινε σήμερα την αύξηση του κατώτατου μισθού κατά 2% από 1ης Ιανουαρίου 2022, από τα 650 ευρώ που είναι σήμερα, στα 663 ευρώ το μήνα. 

Όπως σημειώνεται: «Η απόφαση ελήφθη ύστερα από την ολοκλήρωση της διαβούλευσης στην οποία συμμετείχαν οι κοινωνικοί εταίροι, ερευνητικοί και επιστημονικοί φορείς, η Τράπεζα της Ελλάδος κ.ά., με βάση τις προτάσεις που διατυπώθηκαν, τις αντοχές της οικονομίας και των επιχειρήσεων, ιδίως των μικρομεσαίων αλλά και τη διεθνή συγκυρία».

Ο υπουργός Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Κωστής Χατζηδάκης, δήλωσε σχετικά:

«Η ελληνική οικονομία βίωσε βαθιά ύφεση εξαιτίας των επιπτώσεων της πανδημίας, η οποία ήρθε σε συνέχεια της οικονομικής κρίσης. Μέλημα της κυβέρνησης με την απόφαση για την αύξηση του κατώτατου μισθού κατά 2% από 1ης Ιανουαρίου του 2022, αλλά και με τη μείωση φόρων και ασφαλιστικών εισφορών – που οδήγησε σε πρόσθετη αύξηση του εισοδήματος των εργαζομένων κατά 1,6 %  – είναι να στηρίξει την αγοραστική δύναμη των εργαζομένων χωρίς να θέσει σε κίνδυνο επιχειρήσεις και θέσεις εργασίας. Λαμβάνοντας υπόψη τα αποτελέσματα της διαβούλευσης, δίνουμε μια συνετή αύξηση που δεν βάζει εμπόδια στην ανοδική τροχιά της οικονομίας και επιπλέον διατηρεί τον κατώτατο μισθό στο μέσο του πίνακα των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Από εκεί και πέρα, εργοδότες και εργαζόμενοι έχουν τη δυνατότητα να συμφωνήσουν καλύτερες αμοιβές με τις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας που υπογράφουν σε επιχειρησιακό, κλαδικό ή εθνικό επίπεδο.

Γνωρίζω βεβαίως ότι η αύξηση αυτή δεν λύνει τα προβλήματα των εργαζομένων. Ακολουθούμε όμως το δρόμο της σύνεσης μέχρι να ξεπεραστούν οι συνέπειες της πανδημίας στις επιχειρήσεις και ιδιαίτερα τις μικρομεσαίες. Και είμαι βέβαιος ότι η πολιτική της κυβέρνησης που οδηγεί σε αύξηση των επενδύσεων και άνοδο του οικονομικού επιπέδου της χώρας, είναι η μόνη που πραγματικά δημιουργεί τις προϋποθέσεις για καλύτερες αμοιβές, πράγμα που θα πιστοποιηθεί στις διαδικασίες που θα ακολουθήσουν από το 2022 και μετά».

Πηγή: sofokleousin.gr