Το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο ζητά από το Ομοσπονδιακό Κοινοβούλιο να νομοθετήσει προκειμένου να προστατευθούν τα άτομα με αναπηρία και υποκείμενες νόσους από ενδεχόμενες διακρίσεις σε βάρος τους σε περίπτωση «διαλογής» για νοσηλεία σε Μονάδα Εντατικής Θεραπείας. Ταυτόχρονα, ανοίγει η συζήτηση σχετικά με το εάν όσοι αρνούνται τον εμβολιασμό κατά της Covid-19 θα πρέπει να έχουν τα ίδια δικαιώματα στη νοσηλεία.

Σύμφωνα με το Δικαστήριο, οι νομοθέτες έχουν ήδη παραβιάσει το Σύνταγμα, καθώς δεν έχουν φροντίσει να δημιουργήσουν το κατάλληλο πλαίσιο προστασίας για τα άτομα με αναπηρία. «Κανένα άτομο δεν θα πέσει θύμα διάκρισης λόγω αναπηρίας», αναφέρει σχετικά το γερμανικό Σύνταγμα, επισημαίνεται στην απόφαση της Καρλσρούης. Το Δικαστήριο ασχολείται με το θέμα από τα μέσα του 2020, οπότε η διαλογή ασθενών (Triage) κατέστη απαραίτητη λόγω της υπερφόρτωσης του συστήματος υγείας εξαιτίας της πανδημίας του κορονοϊού. Τώρα, ενόψει του νέου κύματος, με την παραλλαγή «Όμικρον», το ζήτημα επανέρχεται με εξίσου επείγοντα χαρακτήρα.

Εννέα άτομα με αναπηρία ή υποκείμενη νόσο προσέφυγαν στο Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο, εκφράζοντας φόβο ότι, υπό τις ισχύουσες κατευθυντήριες γραμμές, οι γιατροί θα τους εγκατέλειπαν εάν νοσούσαν με Covid-19. Στην προσφυγή τους, καλούσαν τους δικαστές να ζητήσουν από την πολιτεία να θέσει σαφή κριτήρια σχετικά με το ποιοι ασθενείς θα συνεχίσουν να λαμβάνουν θεραπεία εφόσον υπάρχει ανάγκη διαλογής. Η Διεπιστημονική Ένωση Επείγουσας Ιατρικής και Εντατικής Νοσηλείας (DIVI) είχε προηγουμένως εκδώσει κατευθυντήριες γραμμές, ωστόσο τα άτομα που κατέθεσαν την προσφυγή θεωρούσαν ότι με βάση αυτές οι ίδιοι θα βρίσκονταν σε μειονεκτική θέση. Η DIVI διευκρίνιζε ότι κανένας δεν θα αποκλειστεί από περαιτέρω νοσηλεία λόγω ηλικίας, υποκείμενης νόσου ή αναπηρίας και ότι τα κριτήρια που τίθενται αφορούν μόνο τις πιθανότητες επιβίωσης του ασθενούς από την Covid-19 και ζητούσε ταυτόχρονα από την πολιτεία να νομοθετήσει σχετικά, προκειμένου να καλύψει και νομικά το ιατρικό προσωπικό που καλείται να λάβει τέτοιες αποφάσεις.

«Μόνο οι ομοσπονδιακοί βουλευτές είναι δημοκρατικά εξουσιοδοτημένοι να λάβουν τέτοιες αποφάσεις», δήλωσε στο Γερμανικό Πρακτορείο Ειδήσεων (dpa) ο Πρόεδρος του Γερμανικού Ιδρύματος για τα Δικαιώματα των Ασθενών Όιγκεν Μπράις, επισημαίνοντας ότι «το βασικό θέμα είναι ποιος θα βγει από τον αναπνευστήρα και αυτό δεν είναι κάτι που μπορούν να το αποφασίσουν οικονομολόγοι». Επιπλέον, τονίζει, πρέπει να ισχύουν οι ίδιοι κανόνες σε όλα τα νοσοκομεία της χώρας.

Η απόφαση του Δικαστηρίου πάντως έχει προκαλέσει και αντιδράσεις. «Η καλή πρόθεση δε σημαίνει ότι κάτι γίνεται και σωστά. Το Συνταγματικό Δικαστήριο υπερεκτιμά τις ικανότητες των βουλευτών και υποτιμά αυτές των γιατρών», επισημαίνει σε άρθρο γνώμης η Frankfurter Allgemeine Zeitung, τονίζοντας ότι υπάρχουν βάσιμοι λόγοι για τους οποίους ο νομοθέτης απέφυγε μέχρι τώρα να αποφασίσει για όρους οι οποίοι θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην κατανομή ιατρικών πόρων ανάλογα με την ηλικία, τις υποκείμενες νόσους ή το προσδόκιμο ζωής. Το Σύνταγμα, αναφέρει η εφημερίδα, εμποδίζει όλους τους φορείς να εφαρμόσουν ποιοτικά ή ποσοτικά κριτήρια στην ανθρώπινη ζωή. Τέλος, η FAZ υποστηρίζει ότι, με την απόφασή του, το Δικαστήριο κλονίζει την εμπιστοσύνη των πολιτών στο σύστημα υγείας της χώρας.

Από την άλλη πλευρά, ο υπουργός Υγείας Καρλ Λάουτερμπαχ καλωσόρισε την απόφαση, δηλώνοντας ότι «οι άνθρωποι με αναπηρίες χρειάζονται την προστασία της πολιτείας περισσότερο από τους άλλους, ειδικά στην περίπτωση ενός triage», υπογραμμίζοντας όμως ότι η Γερμανία πρέπει να αποφύγει τέτοιες καταστάσεις, «μέσω της αποτελεσματικής προστασίας και του εμβολιασμού».

Μέχρι τώρα η Γερμανία δεν έχει χρειαστεί να εφαρμόσει διαλογή ασθενών, ωστόσο τους προηγούμενους μήνες πολλοί ασθενείς χρειάστηκε να διακομιστούν με τη βοήθεια των Ενόπλων Δυνάμεων σε άλλες περιοχές ή ακόμη και στο εξωτερικό, προκειμένου να λάβουν την απαιτούμενη περίθαλψη, καθώς δεν υπήρχαν διαθέσιμες κλίνες στις Μονάδες Εντατικής Θεραπείας πολλών περιοχών.

Η επαπειλούμενη ραγδαία αύξηση των κρουσμάτων του κορονοϊού έχει προκαλέσει ακόμη συζήτηση σχετικά με το εάν τα άτομα που επιλέγουν να μην εμβολιαστούν κατά της Covid-19 πρέπει είτε να απορρίπτονται σε περίπτωση «διαλογής» είτε να αναλαμβάνουν τα έξοδα της νοσηλείας τους. Η Τατιάνα Χέρνλε, διευθύντρια του Ινστιτούτου «Μαξ Πλανκ» σε θέματα σχετικά με το Έγκλημα, την Ασφάλεια και τους Νόμους, δηλώνει σήμερα στο περιοδικό «Der Spiegel» ότι «είναι ώρα να αναθεωρήσουμε την κρατούσα άποψη ότι οι προηγούμενες πράξεις του ασθενούς – σε αυτή την περίπτωση η άρνηση του εμβολίου – δεν πρέπει να διαδραματίζουν κάποιο ρόλο στις αποφάσεις που λαμβάνονται για τη θεραπεία του». Σύμφωνα με την ίδια, οι πράξεις ενός ατόμου το οποίο είναι σε νόμιμη ηλικία και έχει σώας τα φρένας θα πρέπει να ληφθούν υπ’ όψιν στην περίπτωση που θα χρειαστεί να γίνει «διαλογή». «Είναι θεμιτό και λογικό να επισημάνουμε σε εκείνους οι οποίοι ενδεχομένως να έχουν προκαλέσει – ουσιαστικά ή αποκλειστικά – την επείγουσα κατάστασή τους, ότι άλλοι ασθενείς ίσως να πρέπει να νοσηλευτούν πριν από εκείνους», τονίζει η κυρία Χέρνλε.

Το Γερμανικό Ινστιτούτο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων απορρίπτει πάντως την ιδέα της χρήσης της εμβολιαστικής κατάστασης ως κριτηρίου για τη νοσηλεία του ασθενούς. «Το εάν κάποιος δεν έχει εμβολιαστεί δεν πρέπει να παίζει ρόλο σε μια απόφαση σχετικά με το ποιος θα νοσηλευτεί σε ΜΕΘ. Ούτε καν για εκείνους που έχουν φερθεί επιπόλαια και χωρίς αίσθημα αλληλεγγύης», δηλώνει η Διευθύντρια του Ινστιτούτου, Μπεάτε Ρούντολφ.

Πηγή: sofokleousin.gr