Οι πιθανές μετεκλογικές συμμαχίες για τον σχηματισμό κυβέρνησης βρίσκονται πλέον στο επίκεντρο της προεκλογικής αντιπαράθεσης, καθώς τα δημοσκοπικά ποσοστά των κομμάτων επιτρέπουν περισσότερους από τους «προφανείς» συνδυασμούς.

«Όποιος ψηφίζει Σολτς, θα πάρει κυβέρνηση Σοσιαλδημοκρατών (SPD), Πρασίνων και Αριστεράς», έγραψε στο Twitter ο αντιπρόεδρος των Φιλελευθέρων (FDP) Αλεξάντερ Λάμπσντορφ, συνοψίζοντας σε μια φράση την ανησυχία του κόμματός του για μια κυβέρνηση αφενός με αριστερό πρόσημο αφετέρου χωρίς τη συμμετοχή του FDP. Με ποσοστά κοντά στο 10%, οι Φιλελεύθεροι ευελπιστούν να αναδειχτούν στον «μπαλαντέρ» που θα ρυθμίσει την επόμενη κυβέρνηση, σε συνεργασία είτε Χριστιανοδημοκρατών (CDU) – Πρασίνων είτε SPD – Πρασίνων. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα μπορούσε να αποκλειστεί κυρίως εάν το SPD και οι Πράσινοι αποφάσιζαν να συνεργαστούν με την Αριστερά, της οποίας τα ποσοστά κυμαίνονται στο 7%.

Το κόμμα της Αριστεράς ωστόσο στη συνείδηση πολλών Γερμανών παραμένει κληρονόμος του SED της Ανατολικής Γερμανίας – και των «αμαρτιών» του. Αυτή την εντύπωση επιλέγει να ενισχύσει και η κεντροδεξιά, προκειμένου να αποτρέψει τη διαρροή ψηφοφόρων. «Η Αριστερά είναι ο διάδοχος του SED», δήλωσε σήμερα ο Πρωθυπουργός της Βαυαρίας και Αρχηγός της Χριστιανοκοινωνικής Ένωσης (CSU), αδελφού κόμματος του CDU, Μάρκους Ζέντερ. Ο κ. Ζέντερ κατηγόρησε την Αριστερά για «αποτυχημένο συμβιβασμό με το παρελθόν της ΓΛΔ» και σημείωσε ότι η Αριστερά δεν τολμά ακόμη και σήμερα να συζητήσει σοβαρά αυτό το παρελθόν και να πάρει αποστάσεις. Κάποια από τα μέλη του κόμματος, πρόσθεσε ο Βαυαρός, παρακολουθούνται ακόμη και σήμερα από τις μυστικές υπηρεσίες. «Καταλαβαίνουμε λοιπόν γιατί η Αριστερά θέλει την κατάργησή τους», είπε χαρακτηριστικά και τόνισε την ανάγκη «ένα τέτοιο κόμμα να μην βρεθεί στην κυβέρνηση». Ενδεικτικό πάντως της τοποθέτησης της κοινής γνώμης στο θέμα είναι και το αποτέλεσμα πρόσφατης δημοσκόπησης του περιοδικού Der Spiegel που έδειχνε ότι σε ποσοστό 53-55% οι Γερμανοί θα ήθελαν το SPD και οι Πράσινοι να δηλώσουν ήδη πριν από τις εκλογές ότι δεν θα συνεργαστούν με την Αριστερά σε κυβερνητικό συνασπισμό.

Από την πλευρά του το SPD, ιδίως υπό τη σημερινή, αριστερότερη, ηγεσία των Σάσα Έσκιεν και Νόρμπερτ Βάλτερ-Μπόργιανς, διστάζει να αποστασιοποιηθεί από την Αριστερά, η οποία άλλωστε δημιουργήθηκε το 2007 από τα σπλάχνα του. Ο υποψήφιος του SPD για την Καγκελαρία Όλαφ Σολτς δέχεται επίμονα την ίδια ερώτηση στις τηλεοπτικές αντιπαραθέσεις και μέχρι τώρα περιορίζεται να δηλώνει ότι δεν θα συνεργαστεί με κόμμα το οποίο τάσσεται εναντίον του ΝΑΤΟ. Μια από τις βασικές θέσεις της Αριστεράς είναι η αποχώρηση της Γερμανίας από τη Συμμαχία.

Η Αριστερά από την πλευρά της, θέτει ως κεντρικά σημεία του εκλογικού προγράμματός της τον κατώτατο μισθό στα 13 ευρώ και ένα εθνικό ανώτατο όριο ενοικίου, προσπαθώντας να πλησιάσει το SPD και τους Πράσινους. «Βρισκόμαστε ενώπιον μιας απόφασης κατεύθυνσης. Το SPD και οι Πράσινοι δεν μπορούν να εφαρμόσουν τα προγράμματά τους με την Χριστιανική Ένωση ή το FDP», δήλωσε η αντιπρόεδρος του κόμματος Γιανίνε Βίσλερ. «Εκλογική απάτη» χαρακτήρισε από την πλευρά του τον συνασπισμό – «φανάρι κυκλοφορίας» (κόκκινο, πράσινο, κίτρινο, από τα χρώματα SPD, Πρασίνων και FDP ο επικεφαλής υποψήφιος της Αριστεράς Ντίτμαρ Μπαρτς.

Το SPD και οι Πράσινοι συνεχίζουν ταυτόχρονα το μεταξύ τους φλερτ, με τον Όλαφ Σολτς και την Αναλένα Μπέρμποκ να μην κρύβουν την προτίμησή τους για μετεκλογική συνεργασία. Οι Πράσινοι ωστόσο, αν και συμφωνούν στην εξαγγελία αύξησης του κατώτατου μισθού στα 12 ευρώ/ώρα, εξακολουθούν να διαπιστώνουν διαφορές από τους Σοσιαλδημοκράτες στα θέματα προστασίας του κλίματος. «Δεν χρειαζόμαστε μετάβαση στην ανανεώσιμη ηλεκτρική ενέργεια έως το 2045, αλλά έως το 2030», δήλωσε χθες η Αναλένα Μπέρμποκ, η οποία πάντως συμφωνεί σε συνεργασία με το SPD.

To CDU όμως φαίνεται ότι έχει περισσότερα να χάσει από ενδεχόμενη εκλογική ήττα στις 26 Οκτωβρίου, καθώς θα έμενε για πρώτη φορά εκτός κυβέρνησης από το 2002. «Είναι σαφές ότι το CDU κινδυνεύει να χάσει το στάτους του μεγάλου λαϊκού κόμματος. Στην ΕΕ υπάρχουν πολλά παραδείγματα χριστιανοδημοκρατικών κομμάτων που έπειτα από εκλογική ήττα διαλύθηκαν και δεν κατάφεραν να ξαναβρούν την παλιά τους δύναμη», δήλωσε στον Tagesspiegel ο Καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης Όσκαρ Νίντερμάιερ και υποστήριξε ότι, εάν ο ‘Αρμιν Λάσετ χάσει, το CDU πρέπει να αλλάξει αρχηγό. Εντόπισε δε την αδυναμία του κόμματος στην ασάφεια των πολιτικών του θέσεων. «Πολλοί ψηφοφόροι δεν γνωρίζουν πλέον τις απόψεις του CDU», ανέφερε.

Στις δημοσκοπήσεις το SPD εξακολουθεί να προηγείται με ποσοστά κοντά στο 25%, ενώ τα CDU/CSU ακολουθούν με 21% και οι Πράσινοι με 19%. Οι Φιλελεύθεροι συγκεντρώνουν ποσοστά κοντά στο 11%, όσο και η Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD), ενώ η Αριστερά βρίσκεται στο 7%.

Πηγή: sofokleousin.gr