Ρυθμό ανάπτυξης 3,3% για φέτος και 5,4% για το 2022 προβλέπει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο στην Έκθεσή του για την ελληνική οικονομία στο πλαίσιο του τακτικού ελέγχου που διενεργεί σε όλες τις χώρες μέλη (άρθρο ΙV).

Το ΔΝΤ διαπιστώνει ότι παρά την πανδημία οι μεταρρυθμίσεις συνεχίστηκαν σε αρκετούς τομείς, αν και με βραδύτερο ρυθμό σε σύγκριση με το πρόσφατο παρελθόν. Χαρακτηρίζει την αντίδραση της κυβέρνησης στην πανδημία έγκαιρη και αποτελεσματική, με αποτέλεσμα παρόλο που η ανάκαμψη της δεν είχε ολοκληρωθεί, η οικονομία να εμφανίσει αξιοσημείωτη αντοχή. Σημειώνεται ότι τον Απρίλιο το ΔΝΤ στην Έκθεση του (World Economic Outlook) προέβλεπε ότι φέτος η ελληνική οικονομία θα αναπτυχθεί με ρυθμό 3,8% μετά από την μείωση του ΑΕΠ κατά 8,2% το 2020. Αναγνωρίζει ωστόσο ότι η ελληνική κυβέρνηση εφάρμοσε ένα από τα μεγαλύτερα δημοσιονομικά προγράμματα στην ΕΕ για την αντιμετώπιση των συνεπειών της πανδημίας και την ανακούφιση επιχειρήσεων και εργαζομένων που έχουν πληγεί από αυτήν.

Για το Δημόσιο Χρέος το ΔΝΤ εκτιμά ότι μεσοπρόθεσμα θα μειώνεται, αφού φθάσει στο ανώτατο σημείο του το 2021, με αποτέλεσμα το κόστος εξυπηρέτησής του (χρηματοδοτικές ανάγκες) να παραμένουν διαχωρίσιμες. Επομένως για το ΔΝΤ το Δημόσιο Χρέος παραμένει βιώσιμο σε μεσοπρόθεσμη βάση. Ωστόσο οι μεγάλες αβεβαιότητες που επικρατούν δεν επιτρέπουν στο Ταμείο να αποφανθεί για την μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του. Όσον αφορά στη δημοσιονομική επίπτωση των μέτρων που εφαρμόζει η κυβέρνηση για την αντιμετώπιση της κρίσης, το ΔΝΤ προβλέπει για φέτος ότι το πρωτογενές έλλειμμα του Προϋπολογισμού θα φθάσει το 7,2% του ΑΕΠ.

Το ΔΝΤ εκτιμά ότι η χώρα με τη βοήθεια των πόρων που θα εισρεύσουν από το Ταμείο Ανάκαμψης θα εισέλθει σε έναν ενάρετο κύκλο. Η μεγέθυνση της οικονομίας, σε συνδυασμό με την αύξηση της πιστωτικής επέκτασης και τη μείωση της φορολογίας μαζί με την αναβάθμιση τής πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας σε investment grade θα συμβάλλουν μεταξύ άλλων στην περαιτέρω μείωση των κόκκινων δανείων και τη βελτίωση της βιωσιμότητας του Δημοσίου Χρέους.

Όπως επισημαίνει το ΔΝΤ η κυβέρνηση θα πρέπει να χρησιμοποιήσει του πρόσθετου πόρους που θα εισρεύσουν από το Ταμείο Ανάκαμψης προκειμένου να εδραιώσει ένα διατηρήσιμο μίγμα δημοσιονομικής πολιτικής. Οι μειώσεις του συντελεστή φόρου εισοδήματος εταιρειών και των προκαταβολών φόρου αποτελούν μέτρα στη σωστή κατεύθυνση, καθώς ενισχύουν τα επενδυτικά κίνητρα και διατηρούν σταθερή ρευστότητα. Ωστόσο, όπως αναφέρει το ΔΝΤ, θα πρέπει να δοθεί έμφαση στη βελτίωση του μίγματος των δαπανών που περιλαμβάνονται στον Προϋπολογισμό. Βραχυπρόθεσμα, αυτό συνεπάγεται την αντιμετώπιση των κενών που υπάρχουν στο σύστημα του Εγγυημένου Ελάχιστου Εισοδήματος, ενώ η στήριξη θα πρέπει να στραφεί από τη διατήρηση θέσεων εργασίας σε στοχευμένη στήριξη εισοδήματος και επανένταξης των εργαζομένων.

Για τις εξελίξεις στο τραπεζικό τομέα, το ΔΝΤ καλωσορίζει την επέκταση του προγράμματος κρατικών εγγυήσεων “Ηρακλής 2” για την περαιτέρω μείωση των κόκκινων δανείων. Ενθαρρύνει ωστόσο την κυβέρνηση να εξετάσει συμπληρωματικά μέτρα, όπως την πρόταση της Τραπέζης της Ελλάδος για τη δημιουργία κακής τράπεζας (asset management company). Και τούτο διότι όπως υποστηρίζει στην περίπτωση που εμφανιστούν διαχειριστικές δυσκολίες, οι οποίες συνδέονται κατά κύριο λόγο με την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου των τραπεζών, το υψηλό ποσοστό αναβαλλόμενης φορολογίας στο μετοχικό κεφάλαιο των τραπεζών, θα κλονίσει την εμπιστοσύνη των επενδυτών.

Πηγή: sofokleousin.gr