Τον κίνδυνο πτώσης στα χρηματιστήρια υπογραμμίζει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, σημειώνοντας ότι η τεράστια ρευστότητα που διοχέτευσαν οι κεντρικές τράπεζες έχει δώσει ώθηση σε μετοχές και ομόλογα, αλλά η εξέλιξη της παγκόσμιας ύφεσης εκθέτει τους επενδυτές σε κίνδυνο σοβαρής πτώσης, που με τη σειρά της θα επιδεινώσει και τις συνθήκες στην οικονομία.

Το Ταμείο τονίζει, τη σημασία των παρεμβάσεων από τις κεντρικές τράπεζες στη μεγάλη ανάκαμψη που σημείωσαν οι αγορές από τον Απρίλιο, έχοντας ανακτήσει πλέον το μεγαλύτερο μέρος των απωλειών που είχαν σημειωθεί τον Μάρτιο, όταν άρχισαν να επιβάλλονται τα περιοριστικά μέτρα για την αντιμετώπιση της πανδημίας. Σημειώνει χαρακτηριστικά ότι η Wall Street κινήθηκε έντονα ανοδικά μετά τις 23 Μαρτίου, όταν η Fed ανακοίνωσε το μεγάλο πρόγραμμα παροχής ρευστότητας των 2,3 τρισ. δολ.

Όμως, το ΔΝΤ επισημαίνει ότι οι αγορές έχουν αποσυνδεθεί από τα θεμελιώδη στοιχεία της πραγματικής οικονομίας.Τονίζει, μάλιστα, ότι με βάση τα μοντέλα αποτίμησης που χρησιμοποιεί το Ταμείο, βρισκόμαστε σήμερα πολύ κοντά σε ιστορικά υψηλή διαφορά ανάμεσα στις αποτιμήσεις της αγοράς και στις αποτιμήσεις των μετοχών με βάση τα θεμελιώδη μεγέθη.

«Έχει προκύψει μια αποσύνδεση μεταξύ της αισιοδοξίας των χρηματοπιστωτικών αγορών και της εξέλιξης της παγκόσμιας οικονομίας», επισημάνει το Ταμείο και προσθέτει ότι αυτή η αποσύνδεση εγείρει ερωτήματα σχετικά με την πιθανή βιωσιμότητα του τρέχοντος ράλι στα χρηματιστήρια και αυξάνει τον κίνδυνο νέας διόρθωσης των τιμών των μετοχών, σε περίπτωση που εξασθενίσει η διάθεση των επενδυτών για ανάληψη κινδύνου, κάτι που θα έθετε σε κίνδυνο την οικονομική ανάκαμψη.

Μια σειρά από αφορμές θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε διόρθωση των τιμών στις αγορές. Τέτοιες αφορμές για πτώση θα μπορούσαν να δοθούν εάν η ύφεση αποδειχθεί βαθύτερη και μεγαλύτερης διάρκειας από ό,τι αναμένεται σήμερα από τους επενδυτές, ή αν υπάρξει ένα δεύτερο κύμα του ιού και επιβολής περιοριστικών μέτρων.

Επίσης, οι προσδοκίες της αγοράς σχετικά με την έκταση και τη διάρκεια της στήριξης των κεντρικών τραπεζών στις χρηματοπιστωτικές αγορές ενδέχεται να αποδειχθούν υπερβολικά αισιόδοξες, με αποτέλεσμα οι επενδυτές να επανεκτιμήσουν την τιμολόγηση του κινδύνου. Μια αναζωπύρωση των εμπορικών εντάσεων θα μπορούσε να χαλάσει το κλίμα στις αγορές. Εξάλλου, η διεύρυνση της κοινωνικής αναταραχής σε όλο τον κόσμο ως απάντηση στην αυξανόμενη οικονομική ανισότητα θα μπορούσε να μεταβάλει τις διαθέσεις των επενδυτών.

Ένας μεγάλος κίνδυνος που δημιουργεί η πανδημία είναι να πληγούν οι τράπεζες από κύμα πτωχεύσεων επιχειρήσεων και νοικοκυριών, καθώς το ιδιωτικό χρέος -και ιδιαίτερα των επιχειρήσεων- έχει διογκωθεί πολύ τα τελευταία χρόνια. Τόσο στις προηγμένες όσο και στις αναδυόμενες οικονομίες, τα βάρη του χρέους εταιρειών και νοικοκυριών θα μπορούσαν να καταστούν μη διαχειρίσιμα για ορισμένους δανειολήπτες σε μια σοβαρή οικονομική συρρίκνωση, προειδοποιεί το Ταμείο.

Το συνολικό εταιρικό χρέος αυξάνεται εδώ και αρκετά χρόνια και βρίσκεται σε ιστορικά υψηλά επίπεδα σε σχέση με το ΑΕΠ. Το χρέος των νοικοκυριών αυξήθηκε επίσης, ιδίως σε χώρες που κατάφεραν να ξεφύγουν από τις χειρότερες επιπτώσεις της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2007-8. Αυτό σημαίνει ότι υπάρχουν τώρα πολλές οικονομίες με υψηλά επίπεδα χρέους που αναμένεται να αντιμετωπίσουν μια εξαιρετικά απότομη οικονομική επιβράδυνση.

Αυτή η επιδείνωση των βασικών οικονομικών μεγεθών έχει ήδη οδηγήσει στον υψηλότερο ρυθμό αθέτησης υποχρεώσεων στα εταιρικά ομόλογα από τις ημέρες της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης, και υπάρχει κίνδυνος ευρύτερου αντίκτυπου στη φερεγγυότητα των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών.

Οι πτωχεύσεις θα δοκιμάσουν την ανθεκτικότητα του τραπεζικού τομέα. Οι τράπεζες έχουν εισέλθει στην κρίση με μεγαλύτερη ρευστότητα και κεφαλαιακά αποθέματα ασφαλείας ως αποτέλεσμα των μεταρρυθμίσεων μετά την προηγούμενη κρίση και μπορούν να αντλήσουν αυτά τα αποθέματα ασφαλείας για να στηρίξουν το δανεισμό και να απορροφήσουν τις ζημίες. Όμως, πλήττονται από τις προβλέψεις για ζημιές και από τα χαμηλά περιθώρια κέρδους, λόγω των ιστορικά χαμηλών επιτοκίων», τονίζει το ΔΝΤ.

Πηγή: sofokleousin.gr