Μια διαμάχη από το παρελθόν για τα δημοσιονομικά της Ελλάδας αναβιώνει, την ώρα μάλιστα που φθάνει στη Βουλή ο προϋπολογισμός για το 2021. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο αμφισβητεί ανοικτά τη «γραμμή» των Ευρωπαίων για επάνοδο της χώρας στη δημοσιονομική κανονικότητα από το 2021, λέγοντας «όχι» σε λιτότητα και προειδοποιώντας ότι, αν «σφίξει» απότομα και πρόωρα η δημοσιονομική πολιτική, θα τεθεί σε κίνδυνο η ανάκαμψη της οικονομίας. Παράλληλα, το Ταμείο αφήνει να εννοηθεί ότι δεν απέχουμε πολύ από μια νέα -και πολύ δύσκολη…- διαπραγμάτευση με τους Ευρωπαίους για το χρέος.

Ο προϋπολογισμός που κατατίθεται τη Δευτέρα στη Βουλή είναι απόλυτα ευθυγραμμισμένος με τις υποδείξεις των ευρωπαϊκών θεσμών και στοχεύει σε μια θηριώδη δημοσιονομική προσαρμογή, καθώς προβλέπει ότι το πρωτογενές έλλειμμα, ενώ θα ξεπεράσει το 6% φέτος, θα μειωθεί το 2021 κοντά στο μηδέν. Αυτή η προσαρμογή κατά περίπου 11 δισ. ευρώ υποτίθεται ότι θα επιτευχθεί αυτόματα, χάρη στη μεγάλη αύξηση του ΑΕΠ και στην απόσυρση μέτρων στήριξης, ενώ η κυβέρνηση εκτιμά ότι θα «χωρέσουν» στον προϋπολογισμό και οι προσωρινές ελαφρύνσης (εισφορά αλληλεγγύης κ.α.), με κόστος περίπου 2 δισ. ευρώ.

Οι ευρωπαϊκοί θεσμοί έχουν κάνει, σύμφωνα με πληροφορίες, πολύ αυστηρές υποδείξεις στο οικονομικό επιτελείο για επάνοδο σε έλλειμμα κοντά στο μηδέν το 2021, μετά την εκτίναξη του ελλείμματος στο 6,6% φέτος, την οποία προβλέπουν στις Βρυξέλλες. Φοβούνται ότι δύο διαδοχικές χρονιές υψηλού ελλείμματος, αντί των αρχικά προγραμματισμένων πλεονασμάτων (3,5% του ΑΕΠ) θα ανατρέψουν εντελώς τους υπολογισμούς για τη βιωσιμότητα του χρέους και θα ανοίξουν πάλι την εξαιρετικά δυσάρεστη, ιδιαίτερα για τους Γερμανούς, συζήτηση για νέες διευκολύνσεις προς την Ελλάδα.

Το Ταμείο, όμως, αδιαφορεί, όπως έκανε κατ’ επανάληψη και στο παρελθόν, για τους πολιτικούς υπολογισμούς στις Βρυξέλλες ή στο Βερολίνο και παρουσιάζει την κατάσταση ακριβώς όπως την εκτιμά. Στην ανακοίνωση των βασικών συμπερασμάτων από τον πρόσφατο έλεγχο στην ελληνική οικονομία, στο πλαίσιο της επιτήρησης μετά το πρόγραμμα που εφάρμοσε η Ελλάδα, το ΔΝΤ κάνει ένα σπάνιο… κήρυγμα υπέρ της δημοσιονομικής χαλαρότητας, υπογραμμίζοντας ότι «η διατήρηση των διευκολύνσεων (σ.σ.: των μέτρων στήριξης της οικονομίας) και η καλή χρήση του δημοσιονομικού χώρου θα πρέπει να είναι η βραχυπρόθεσμη προτεραιότητα».

«Με δεδομένο το μεγάλο παραγωγικό κενό και προκειμένου να ελαχιστοποιηθεί ο κίνδυνος πρόκλησης μόνιμης οικονομικής ζημιάς από την πανδημία, οι αρχές θα πρέπει να αποφύγουν μια απότομη δημοσιονομική συστολή το 2021 και να στοχεύσουν σε ένα πρωτογενές έλλειμμα τουλάχιστον 2 τοις εκατό του ΑΕΠ», τονίζει το ΔΝΤ. Σε απλή… μετάφραση, το Ταμείο προειδοποιεί ότι η λιτότητα θα μπορούσε να βλάψει σοβαρά την οικονομία.

Όπως συνιστούν οι τεχνοκράτες του ΔΝΤ, πάντως, η στήριξη της οικονομίας δεν θα πρέπει να συνεχισθεί καθ’ όλη τη διάρκεια της επόμενης χρονιάς, αλλά τουλάχιστον μέχρι να αρχίσουν να φθάνουν στην οικονομία οι πόροι από το Next Generation EU (NGEU), το γνωστό και ως Ταμείο Ανάκαμψης. «Η δημοσιονομική στήριξη θα πρέπει να είναι εμπροσθοβαρής εν όψει της εκταμίευσης των πόρων του NGEU (αναμένεται περίπου στα μέσα του 2021)», σημειώνεται στο κείμενο συμπερασμάτων.

Πού θα πρέπει να κατευθυνθούν κατά προτεραιότητα οι πόροι του προϋπολογισμού; Το Ταμείο τονίζει ότι «το μείγμα δημοσιονομικής πολιτικής θα πρέπει να βελτιωθεί δίνοντας προτεραιότητα στις δαπάνες υγείας, στην αντιμετώπιση των κενών κάλυψης στο Κοινωνικό Επίδομα Αλληλεγγύης, και στην επέκταση των ευκαιριών για την επανακατάρτιση του εργατικού δυναμικού». Επίσης, τονίζεται ότι «η εκτέλεση των δημοσίων επενδύσεων θα πρέπει να ενισχυθεί ώστε να τονώσει την αποτελεσματικότητα της χρηματοδότησης του NGEU. Καθώς η επίδραση του COVID-19 θα υποχωρεί μεσοπρόθεσμα, τα μέτρα δημοσιονομικής στήριξης προς τις επιχειρήσεις θα πρέπει να βασίζονται όλο και περισσότερο σε αξιολογήσεις βιωσιμότητας».

Η γκρίζα ζώνη του χρέους

Το Ταμείο αποφεύγει σε αυτή την φάση, ενόψει και της μεγάλης αβεβαιότητας για την εξέλιξη της κρίσης του κορονοϊού, να διατυπώσει σαφείς εκτιμήσεις για το κορυφαίο ζήτημα της «αρμοδιότητάς» του, δηλαδή για τη βιωσιμότητα του χρέους. Αφήνει για το 2021, στο πλαίσιο της επόμενης αξιολόγησης με βάση το άρθρο IV του καταστατικού του, τη δημοσιοποίηση νέας ανάλυσης βιωσιμότητας του χρέους, ώστε να αποφευχθεί ο κίνδυνος να ανοίξει η πολιτικά «εκρηκτική» συζήτηση για νέες διευκολύνσεις από την Ευρώπη στην Ελλάδα.

«Η μεσοπρόθεσμη δυνατότητα αποπληρωμής του δημοσίου χρέους της Ελλάδας παραμένει επαρκής. Αυτό αντανακλά τις διαχειρίσιμες ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες υπό το βασικό σενάριο, που οφείλονται μερικώς στην αυξημένη στήριξη από την ΕΕ και την ΕΚΤ, καθώς και στο σημαντικό μαξιλάρι ρευστότητας», σημειώνεται στο κείμενο συμπερασμάτων.
Τονίζεται, όμως, ότι «το δημόσιο χρέος παραμένει σε υψηλότερα επίπεδα συγκριτικά με προηγούμενες προβλέψεις», αλλά και ότι «η δυνατότητα αποπληρωμής του χρέους θα υπονομευόταν στην περίπτωση πραγματοποίησης σημαντικών αρνητικών κινδύνων, γεγονός που θα απαιτούσε μια ισχυρή προκυκλική δημοσιονομική προσαρμογή και/ή περαιτέρω ενίσχυση από τους Ευρωπαίους εταίρους».

Με απλούστερα λόγια, η Ελλάδα έχει φθάσει πλέον στο σημείο, μόλις δύο χρόνια μετά την τελευταία αναδιάρθρωση του χρέους, που συμφωνήθηκε το καλοκαίρι του 2018, όπου απειλείται με ένα νέο εκτροχιασμό του χρέους. Έναν εκτροχιασμό, ο οποίος θα απαιτούσε το γνωστό από παρελθόν συνδυασμό μέτρων: δημοσιονομική λιτότητα και/ή νέα ευνοϊκή ρύθμιση του χρέους από τους Ευρωπαίους.

Πηγή: sofokleousin.gr