Αναδρομικά από την 1η Ιανουαρίου 2020 ισχύει η επιβολή φόρου στις επιχειρήσεις που «μεταναστεύουν» στο εξωτερικό, είτε σε χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είτε σε τρίτη χώρα.

Πρόκειται για τη «φορολόγηση κατά την έξοδο» που εντάσσεται στο πλαίσιο των μέτρων κατά της φοροδιαφυγής ή φοροαποφυγής που πραγματοποιούν πολυεθνικές εταιρείες, διάταξη η οποία επιβλήθηκε με Οδηγία της ΕΕ που ενσωματώθηκε στη νομοθεσία των Κρατών-Μελών της ΕΕ.

Εντάσσεται επίσης στο πλαίσιο των δράσεων τα Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) κατά της διάβρωσης της φορολογικής βάσης και της μετατόπισης κερδών.

Η διάταξη προβλέπει την ισχύ της από την 1-1-2020, αλλά η ΑΑΔΕ, μόλις στις 20 Οκτωβρίου εξέδωσε την απόφαση , (αρ. πρωτ: Α 1231/2020)  για την ενεργοποίησή της, η οποία ισχύει αναδρομικά από την 1-1-2020 και βεβαιώνεται ο αναλογών φόρος και στις επιχειρήσεις που έχουν ήδη φύγει.

Ειδικότερα ο φορολογούμενος υπόκειται στον φόρο σε ποσό που ισούται προς την αγοραία αξία των μεταβιβασθέντων περιουσιακών στοιχείων, κατά τη στιγμή της εξόδου αυτών των περιουσιακών στοιχείων, μείον την αξία τους για φορολογικούς σκοπούς, σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

  • ο φορολογούμενος μεταβιβάζει περιουσιακά στοιχεία από την έδρα του στη μόνιμη εγκατάστασή του σε άλλο κράτος μέλος ή σε τρίτη χώρα, εφόσον το κράτος μέλος της έδρας δεν έχει πλέον το δικαίωμα να φορολογεί τα μεταβιβασθέντα περιουσιακά στοιχεία λόγω της μεταφοράς,
  • ο φορολογούμενος μεταβιβάζει περιουσιακά στοιχεία από τη μόνιμη εγκατάστασή του σε κράτος μέλος στην έδρα του ή σε άλλη μόνιμη εγκατάσταση σε άλλο κράτος μέλος ή σε τρίτη χώρα, εφόσον το κράτος μέλος της μόνιμης εγκατάστασης δεν έχει πλέον το δικαίωμα να φορολογεί τα μεταβιβασθέντα περιουσιακά στοιχεία λόγω της μεταφοράς,
  • ο φορολογούμενος μεταφέρει τη φορολογική κατοικία του σε άλλο κράτος μέλος ή σε τρίτη χώρα, εκτός από εκείνα τα περιουσιακά στοιχεία τα οποία παραμένουν ουσιωδώς συνδεδεμένα με μόνιμη εγκατάσταση στο πρώτο κράτος μέλος,
  • ο φορολογούμενος μεταφέρει τη δραστηριότητα που ασκεί η μόνιμη εγκατάστασή του από ένα κράτος μέλος σε άλλο κράτος μέλος ή σε τρίτη χώρα, εφόσον το κράτος μέλος της μόνιμης εγκατάστασης δεν έχει πλέον το δικαίωμα να φορολογεί τα μεταβιβασθέντα περιουσιακά στοιχεία λόγω της μεταφοράς.

Η απόφαση του διοικητή της ΑΑΔΕ, Γιώργου Πιτσιλή καθορίζει τη διαδικασία συμπλήρωσης και υποβολής της δήλωσης φόρου κατά την έξοδο, που γίνεται ηλεκτρονικά ή αποστέλλεται με φυσικό φάκελο, ταχυδρομικά μέσω συστημένης επιστολής ή με υπηρεσία ταχυμεταφοράς και ελέγχεται η πληρότητα του φακέλου και των δικαιολογητικών.

Ως χρόνος υποβολής της δήλωσης απόδοσης του φόρου κατά την έξοδο θεωρείται η ημερομηνία βεβαίωσης του φόρου. Η προθεσμία καταβολής του φόρου είναι τρείς (3) εργάσιμες ημέρες από την ημερομηνία βεβαίωσης του φόρου κατά την έξοδο. Σε περίπτωση καταβολής του φόρου πέραν της ως άνω προθεσμίας επιβάλλονται προσαυξήσεις.

Σε περίπτωση, δε, μη καταβολής του φόρου από τον φορολογούμενο μέχρι και την ημερομηνία επέλευσης των γεγονότων, η υπόψη δήλωση δεν παράγει κανένα έννομο αποτέλεσμα.

Πότε απαιτείται εγγυητική επιστολή

Απαιτείται η κατάθεση εγγυητικής επιστολής από τον φορολογούμενο, όταν υπάρχει αποδεδειγμένος και πραγματικός κίνδυνος απώλειας του φόρου που προσδιορίστηκε στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η καταβολή του φόρου γίνεται σε πέντε (5) ετήσιες δόσεις.

Ως αποδεδειγμένος και πραγματικός κίνδυνος απώλειας του φόρου που προσδιορίστηκε θεωρούνται οι περιπτώσεις κατά τις οποίες ο δείκτης κυκλοφορούντος ενεργητικού προς το σύνολο των υποχρεώσεων του νομικού προσώπου ή νομικής οντότητας (Κυκλοφορούν Ενεργητικό/Υποχρεώσεις), όπως αυτά προκύπτουν από τις επίσημες οικονομικές καταστάσεις του τελευταίου φορολογικού έτους, είναι μικρότερος της μονάδας.

Το ποσό της εγγυητικής επιστολής πρέπει να είναι ίσο με το ποσό δύο δόσεων και πρέπει να λήγει τρείς μήνες και 2 εργάσιμες ημέρες μετά την καταληκτική ημερομηνία καταβολής της τελευταίας δόσης του φόρου που οφείλεται. Σε περίπτωση που η εγγυητική επιστολή έχει μικρότερο ποσό ή η ημερομηνία λήξης της είναι συντομότερη από την προβλεπόμενη, ο φόρος καταβάλλεται εφάπαξ.

Η εγγύηση καταπίπτει υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, αν δεν πληρωθούν οι δόσεις ή διαπιστωθεί από τον έλεγχο ότι ο φόρος είναι υψηλότερος από εκείνον που καταλογίστηκε, με βάση τη δήλωση της εταιρείας.

Επίσης, απαιτείται η κατάθεση εγγυητικής επιστολής, όταν τα περιουσιακά στοιχεία πρόκειται να επανέλθουν στην ημεδαπή εντός περιόδου δώδεκα (12) μηνών, διάστημα για το οποίο δεν οφείλεται φόρος.

Όμως προκειμένου να είναι βέβαιη η φορολογική διοίκηση, χρεώνει φόρο, σαν να μετανάστευε οριστικά η εταιρεία και για τον αναλογούντα φόρο ζητείται εγγυητική επιστολή. Αν η εταιρεία επιστρέψει εντός 12 μηνών, η εγγυητική επιστρέφεται.

Πότε ο φόρος πληρώνεται σε δόσεις

Η δυνατότητα καταβολής του φόρου κατά την έξοδο σε δόσεις εφαρμόζεται μόνο στις περιπτώσεις μεταφοράς περιουσιακών στοιχείων, φορολογικής κατοικίας ή της δραστηριότητας του σε κράτη-μέλη ή σε τρίτες χώρες που είναι συμβαλλόμενα μέρη της συμφωνίας για τον ΕΟΧ.

Ειδικά για τις τρίτες χώρες που είναι συμβαλλόμενα μέρη της συμφωνίας για τον ΕΟΧ, η δυνατότητα αυτή παρέχεται μόνο για τις χώρες, οι οποίες έχουν συνάψει συμφωνία με την Ελλάδα ή με την Ένωση περί της αμοιβαίας συνδρομής για την είσπραξη φορολογικών απαιτήσεων, ισοδύναμη με την αμοιβαία συνδρομή που προβλέπεται στην Οδηγία 2010/24/ΕΕ του Συμβουλίου.

Για μεταβιβάσεις περιουσιακών στοιχείων σε λοιπές χώρες δεν παρέχεται η δυνατότητα καταβολής του φόρου κατά την έξοδο σε δόσεις. Για τις μεταφορές περιουσιακών στοιχείων, φορολογικής κατοικίας ή δραστηριότητας που έχουν πραγματοποιηθεί από την 1η Ιανουαρίου 2020 μέχρι και την δημοσίευση της παρούσας απόφασης (26 Οκτωβρίου 2020), υποβάλλονται δηλώσεις, χωρίς την επιβολή κυρώσεων, μέχρι και τις 2 Νοεμβρίου 2020.

Πηγή: sofokleousin.gr