Αλαλούμ στους ελέγχους των τραπεζικών καταθέσεων καταγγέλλουν φοροτεχνικοί, αναδεικνύοντας το στοιχείο της αυθαιρεσίας των ελεγκτικών αρχών, σε πολλές περιπτώσεις.

Όπως αποδεικνύεται από το πλήθος των αποφάσεων της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών, στην οποία καταφεύγουν οι ελεγχόμενοι, η εφορία χρησιμοποιεί πλέον κατά κόρον τον έλεγχο των καταθέσεων για να εντοπίσει κρυμμένα και αδήλωτα εισοδήματα.

Ωστόσο από τη στιγμή που θα εντοπιστεί δυσαρμονία καταθέσεων και δηλωθέντων εισοδημάτων ξεκινά ο φαύλος κύκλος, σχετικά με το ποιος φέρει το βάρος της απόδειξης, δηλαδή η φορολογική αρχή ή ο φορολογούμενος.

Εκτός των κραυγαλέων περιπτώσεων, όπου υπάρχει πράγματι φοροδιαφυγή, όταν π.χ. για ένα έτος δηλώνεται εισόδημα 15.000 ευρώ και οι καταθέσεις ανέρχονται σε 50.000, τα περισσότερα προβλήματα εντοπίζονται με την ανάληψη και την επανακατάθεση ποσών στον ίδιο λογαριασμό ή σε άλλους λογαριασμούς του ίδιους προσώπου.

Σημειώνεται ότι δεν αντίκειται στη φορολογική νομοθεσία η ανάληψη χρηματικών ποσών και η αποδεδειγμένη επανακατάθεση μέρους ή του συνόλου αυτών και ούτε προβλέπεται χρονικός περιορισμός για την διαδικασία κίνησης χρηματικών κεφαλαίων.

Εδώ όμως αρχίζουν τα δύσκολα προβλήματα και οι αντεγκλήσεις ελεγκτών και ελεγχόμενων. Στον τραπεζικό λογαριασμό του Χ φορολογούμενου βρέθηκε το έτος 2019, ποσό ύψους 30.000 ευρώ, το οποίο δεν προκύπτει από τα εισοδήματά του. Η εφορία το θεωρεί «προσαύξηση περιουσίας» και τον καλεί για εξηγήσεις. Ο φορολογούμενος υποστηρίζει ότι το ποσό αυτό το είχε κάνει ανάληψη το έτος 2015 και το επανακατάθεσε.

Σύμφωνα με τη γενική αρχή της νομοθετικής διάταξης, ο ισχυρισμός αυτός εφόσον αποδεικνύεται με παραστατικά των τραπεζών, μπορεί να γίνει δεκτός, αλλά δεν είναι βέβαιο.

Πράγματι έχει το παραστατικό της τράπεζας, που επιβεβαιώνει την ανάληψη. Ωστόσο, η εφορία θα ψάξει στην ίδια περίοδο (μεταξύ ανάληψης και επανακατάθεσης) να διαπιστώσει εάν το ποσό που αναλήφθηκε το 2015 αναλώθηκε για την απόκτηση περιουσιακών στοιχείων (π.χ. αυτοκίνητο) ή την κάλυψη βιοποριστικών αναγκών, με στόχο να αποδείξει ότι το ποσό της ανάληψης δαπανήθηκε και η νέα κατάθεση των 30.000 ευρώ, προέρχεται από αδήλωτα εισοδήματα.

Στο πλαίσιο αυτό θα ελέγξει και τις ροές των τραπεζικών λογαριασμών στο διάστημα που μεσολάβησε και όπως αποδεικνύεται από τις αποφάσεις της ΔΕΔ, είναι σχεδόν απίθανο να γίνουν δεκτοί οι ισχυρισμοί του φορολογούμενου.

Ακόμα χειρότερα είναι τα πράγματα, για τον ελεγχόμενο, όταν η ανάληψη είναι 30.000 ευρώ, και η επανακατάθεση είναι μικρότερου ποσού, π.χ. 20.000 ευρώ.

Ο φαύλος κύκλος των αποδείξεων

Σύμφωνα με τη φορολογική νομοθεσία,  η εφορία θα πρέπει να αποδείξει ότι υπάρχει φοροδιαφυγή, απόκρυψη εισοδήματος. Στην πράξη όμως αυτό ισχύει και χωρίς συγκεκριμένα στοιχεία. Δηλαδή, αν έχει «ενδείξεις» ή «τεκμήρια», τότε το βάρος της απόδειξης πέφτει στον φορολογούμενο ο οποίος, θα πρέπει να αποδείξει εκείνος ότι δεν διέπραξε φοροδιαφυγή.

Οι «άμυνες» των ελεγχόμενων

Τα «όπλα» άμυνας των ελεγχόμενων είναι τα ακόλουθα: 

  1. Τα ποσά για τα οποία δεν αποδεικνύεται η προέλευσή τους θεωρούνται προϊόν φοροδιαφυγής ή ύποπτα προς διερεύνηση εάν δεν δικαιολογούνται από πωλήσεις περιουσιακών στοιχείων ή δηλωθέντα εισοδήματα, εκτός και αν προκύπτουν από μη αναλωθέντα εισοδήματα προηγουμένων οικονομικών ετών. Εάν αποδείξει ότι το ποσό προέρχεται από δηλωθέντα  εισοδήματα των προηγουμένων οικονομικών ετών, τότε δεν έχει πρόβλημα.
  2. Δεν θεωρείται ύποπτη η πίστωση σε λογαριασμό χρηματικού ποσού του οποίου η προέλευση είναι εμφανής, π.χ. από πώληση ακινήτου ή μετοχών κ.λπ. Αυτό ισχύει ακόμα και αν ατό το ποσό δεν έχει συμπεριληφθεί στις σχετικές δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος. Σε αυτές τις περιπτώσεις, ο καταλογισμός του φόρου γίνεται αναλόγως του είδους του εισοδήματος (π.χ. από ακίνητα, από κεφάλαιο κ.λπ.).
  3. Δεν υπάρχει πρόβλημα όταν η πίστωση ενός τραπεζικού λογαριασμού προέρχεται από χρέωση άλλου τραπεζικού λογαριασμού του ίδιου φορολογούμενου. Προϋπόθεση βέβαια είναι το ποσό που βρισκόταν στον λογαριασμό προέλευσης να είναι δικαιολογημένο. Δεν εξετάζεται επίσης ο χρόνος που μεσολάβησε από την ανάληψη από τον ένα λογαριασμό και την κατάθεση στον άλλον λογαριασμό.
  4. Ο ελεγχόμενος μπορεί να μην προσκομίσει στοιχεία για τις κινήσεις των τραπεζικών λογαριασμών, εάν έχει παρέλθει ο χρόνος εντός του οποίου υποχρεούται να διατηρεί τα έντυπα στοιχεία της κίνησης των τραπεζικών λογαριασμών. Ωστόσο εάν η φορολογική αρχή, έχει στοιχεία που αποδεικνύουν ότι  υπάρχει φοροδιαφυγή, τότε υπάρχει πρόβλημα.

Τι προβλέπει η νομοθεσία για την «Προσαύξηση περιουσίας»

  1. Σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθ. 21 του ΚΦΕ, κάθε προσαύξηση περιουσίας που προέρχεται από παράνομη ή αδικαιολόγητη ή άγνωστη πηγή ή αιτία, θεωρείται κέρδος από επιχειρηματική δραστηριότητα, υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας.
  2. Επιπλέον, με τις διατάξεις του άρθρου 39 του ΚΦΔ ορίζεται ότι σε περίπτωση διαπίστωσης προσαύξησης περιουσίας κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 21 του ΚΦΕ, η προσαύξηση αυτή δεν υπόκειται σε φορολογία, εφόσον ο φορολογούμενος αποδείξει την πραγματική πηγή αυτής, καθώς επίσης και ότι αυτή είτε έχει υπαχθεί σε νόμιμη φορολογία, είτε απαλλάσσεται από τον φόρο σύμφωνα με ειδικές διατάξεις.
  3. Οι διατάξεις της ως άνω παραγράφου αναφέρονται σε οποιαδήποτε προσαύξηση περιουσίας, που προέρχεται από παράνομη ή αδικαιολόγητη ή άγνωστη πηγή και αιτία προέλευσης, και ορίζεται ότι ο φορολογούμενος, έχει τη δυνατότητα να αποδείξει την πραγματική πηγή ή την αιτία προέλευσης ή ότι η εν λόγω προσαύξηση φορολογήθηκε ή απαλλάχθηκε νόμιμα.
  4. Σε περίπτωση που οι αποδείξεις δεν είναι ικανοποιητικές, η οποιαδήποτε προσαύξηση της περιουσίας χαρακτηρίζεται και φορολογείται ως εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα.
  5. Η προσαύξηση της περιουσίας μπορεί να αναφέρεται σε κινητή ή ακίνητη περιουσία οποιασδήποτε μορφής, όπως οικόπεδα, σπίτια, αυτοκίνητα, σκάφη, αεροσκάφη, τραπεζικές καταθέσεις και πάσης φύσεως χρεόγραφα, (μετοχές, τοκομερίδια, ομόλογα, αμοιβαία κεφάλαια κλπ.), η οποία δεν δικαιολογείται από τα εισοδήματα που δηλώνει ο φορολογούμενος. Η μεταβολή της σύνθεσης ή της διατήρησης της περιουσίας δεν σημαίνει απαραίτητα και την προσαύξησή της.
  6. Για την δικαιολόγηση προσαύξησης περιουσίας μέσω διάθεσης περιουσιακών στοιχείων ή μέσω απόκτησης εισοδημάτων που στο παρελθόν δεν υπήρχε η υποχρέωση της αναγραφής τους στη δήλωση φορολογίας εισοδήματος φυσικών προσώπων, είτε γιατί ήταν αφορολόγητα είτε γιατί φορολογούνταν με ειδικό τρόπο (πχ. τόκοι, πώληση εισηγμένων μετοχών), πρέπει να αποδεικνύονται με τα κατάλληλα νόμιμα δικαιολογητικά.
  7. Σε όσες περιπτώσεις επικαλείται ο φορολογούμενος ότι η προσαύξηση περιουσίας προέρχεται από δωρεά, δανειοδότηση, γονική παροχή, κληρονομιά κλπ, πρέπει να ελέγχεται αν υπήρχε η δυνατότητα από τον δωρητή, τον δανειοδότη, τον παρέχοντα, τον κληρονομούμενο, να καταβάλλει ποσά που επικαλείται ο φορολογούμενος, καθώς και αν έχουν καταλογιστεί τα ποσά που προβλέπονται από τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις (π.χ. τέλη χαρτοσήμου , φόρος γονικής παροχής , φόρος δωρεάς κ.λπ.).
  8. Η προσαύξηση της περιουσίας που προκύπτει από τον έλεγχο τραπεζικών λογαριασμών πρέπει να τεκμηριώνεται επαρκώς, καθόσον αναλήψεις / καταθέσεις μπορεί να αφορούν συναλλαγές-κινήσεις που δεν συνιστούν κατ’ ανάγκη φορολογητέο εισόδημα. Περαιτέρω μεταφορές χρηματικών ποσών μεταξύ τραπεζικών λογαριασμών εξετάζονται και διερευνάται ο λόγος που πραγματοποιήθηκαν οι συναλλαγές μεταφοράς των ποσών αυτών αφού προσκομίσει ο φορολογούμενος τα σχετικά έγγραφα. Δηλαδή το θέμα που πρέπει να εξετάζεται δεν είναι ο χρόνος που μεσολαβεί μεταξύ ανάληψης και κατάθεσης στον ίδιο ή άλλο τραπεζικό λογαριασμό αλλά αν τα αναληφθέντα ποσά υπερκαλύπτουν δαπάνες απόκτησης περιουσιακών στοιχείων ή λοιπών δαπανών, έτσι ώστε να μην δικαιολογούνται μεταγενέστερες καταθέσεις ίσου ή άλλου ποσού στον ίδιο ή άλλο λογαριασμό. Σ’ αυτήν την περίπτωση μπορεί να αποδειχθεί και να τεκμηριωθεί από τον έλεγχο ότι, οι συγκεκριμένες αναλήψεις που έγιναν από τον φορολογούμενο από έναν ή περισσότερους λογαριασμούς δαπανήθηκαν για την απόκτηση περιουσιακών στοιχείων ή λοιπών δαπανών οπότε δεν μπορεί να θεωρηθεί εφικτή η επανακατάθεση των ποσών αυτών σε ίδιους ή άλλους λογαριασμούς.
  9. Επιπλέον ο έλεγχος κρίνει και τεκμηριώνει εάν πρόκειται ή όχι για «πρωτογενείς καταθέσεις», δηλαδή για ποσά που προέρχονται από άγνωστη ή μη διαρκή ή μη σταθερή πηγή ή αιτία και δεν προέρχονται από αναλήψεις από άλλους τραπεζικούς λογαριασμούς.
  10. Σημειώνεται ότι δεν αντίκειται στη φορολογική νομοθεσία η ανάληψη χρηματικών ποσών και η αποδεδειγμένη επανακατάθεση μέρους ή του συνόλου αυτών και ούτε προβλέπεται χρονικός περιορισμός για την διαδικασία κίνησης χρηματικών κεφαλαίων.
  11. Όταν δεν μπορεί να δικαιολογηθεί η προσαύξηση της περιουσίας, τότε αυτή φορολογείται στη χρήση που διαπιστώνεται από τον έλεγχο ότι επήλθε. Ο φορολογούμενος δύναται σε κάθε περίπτωση να αποδείξει ότι ο χρόνος αυτός είναι διάφορος από αυτόν που διαπιστώθηκε από τον έλεγχο.

Πηγή: sofokleousin.gr