Σχεδόν 2 τρισεκατομμύρια δολάρια δαπανήθηκαν το 2020 παγκοσμίως για εξοπλισμούς, παρά το γεγονός ότι οι οικονομίες συρρικνώθηκαν λόγω της πανδημίας και πολλές χώρες αντιμετώπισαν δημοσιονομικά προβλήματα. Τα περισσότερα ξόδεψαν οι ΗΠΑ και η Κίνα. Η Ρωσία μείωσε τις εξοπλιστικές δαπάνες της κατά 6,6%, ενώ οι ΗΠΑ τις αύξησαν κατά 4,4%

Το συνολικό ποσό των 2 τρισ. αποτελεί ρεκόρ τριακονταετίας. Τόσα πολλά χρήματα δεν είχαν ξοδευτεί ποτέ μετά το 1988. Τότε όμως υπήρχε ακόμη ο Ψυχρός Πόλεμος και ο ανταγωνισμός των υπερδυνάμεων είχε κορυφωθεί, ενώ παράλληλα μαίνονταν περιφεριακοί πόλεμοι.

Το 2021 καταβλήθηκαν από όλες τις χώρες του κόσμου 1.981 δισ. δολάρια για αγορά πυραύλων, αρμάτων μάχης, αεροπλάνων, πυρομαχικών κλπ. Οι δαπάνες αυξήθηκαν κατά  2,6% σε σχέση με το προηγούμενο έτος, παρά την πανδημία  κορωνοϊού που έφερε την παγκόσμια οικονομία στα όριά της.

Το Διεθνές Ινστιτούτο Ερευνών για την Ειρήνη (SIPRI) που εδρεύει στη Στοκχόλμη, αναφέρει στην ετήσια έκθεσή του ότι οι δαπάνες για εξοπλιστικά συστήματα παγκοσμίως αντιπροσωπεύουν το 2,4% του παγκόσμιου ΑΕΠ, το οποίο συρρικνώθηκε πέρυσι κατά 4,4% εξαιτίας της πανδημίας, σύμφωνα με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.

Μόνο λίγες χώρες, όπως η Χιλή ή η Νότια Κορέα, άλλαξαν τους προϋπολογισμούς τους για τις εξοπλιστικές δαπάνες την πρώτη χρονιά της πανδημίας. Η Ρωσία και η Βραζιλία μείωσαν επίσης τους στρατιωτικούς τους προϋπολογισμούς. Η Ρωσία συγκεκριμένα κατά 6,6%.

Η Αλεξάντρα Μαξστάινερ, ειδικός του SIPRI, ανέφερε στην DW: «Η πανδημία δεν είχε αξιοσημείωτο αντίκτυπο στις δαπάνες για τους εξοπλισμούς παγκοσμίως. Οι στρατιωτικές δαπάνες αυξήθηκαν εν μέσω οικονομικής παρακμής». Ο Nίκλας Σέρνιγκ από το Ίδρυμα για την Ειρήνη και την Έρευνα των Συγκρούσεων (PRIF) εκτιμά ότι η τάση αυτή οφείλεται επίσης στο γεγονός ότι είναι ιδιαίτερα δύσκολο να «αλλάξουμε πορεία σε ένα τόσο σύντομο χρονικό διάστημα» στον αμυντικό τομέα. Όπως δήλωσε στην DW: «Πολλά εξοπλιστικά προγράμματα πιθανώς ξεκίνησαν πριν από την κρίση του κορωνοϊού». Ο ίδιος θεωρεί ότι το «διεθνές κλίμα έχει ταυτόχρονα επιδεινωθεί» κι έτσι δεν αναμένεται ουσιαστική μείωση αμυντικών δαπανών στο μέλλον.

Οι «big spender» και το μίνιμουμ 2% του ΝΑΤΟ

Δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι τα περισσότερα χρήματα για στρατιωτικούς εξοπλισμούς δαπάνησαν οι ΗΠΑ και η Κίνα. Οι δύο χώρες, οι οποίες απομακρύνονται ολοένα περισσότερο η μια από την άλλη σε πολιτικό επίπεδο, αντιπροσωπεύουν πάνω από το ήμισυ των παγκόσμιων εξοπλιστικών δαπανών.

Αλλά και η Γερμανία αύξησε τις στρατιωτικές δαπάνες της την περασμένη χρονιά και μάλιστα ανέβηκε από την 8η στην 7η θέση της παγκόσμιας κατάταξης. Σύμφωνα με υπολογισμούς του SIPRI, η Γερμανία ξόδεψε το 2020 σχεδόν 53 δισ. δολάρια για τις ένοπλες δυνάμεις της – περίπου 1,4% του ΑΕΠ. Εντούτοις,, η Γερμανία απέχει ακόμη από τον στόχο του 2% που έχει θέσει το ΝΑΤΟ. Για τον λόγο αυτό ο πρώην πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ επέκρινε συχνά τη Γερμανία. Αλλά και ο διάδοχός του Τζο Μπάιντεν ζητά από τη Γερμανία να αυξήσει την στρατιωτική της συμμετοχή.

Η δαπάνη 2% του ΑΕΠ για την άμυνα φαίνεται μεγάλη σήμερα. Εντούτοις με μια ιστορική προσέγγιση βλέπει κανείς ότι στις αρχές της δεκαετίας του 1960, στο απόγειο του Ψυχρού Πολέμου, η Γερμανία κατέβαλε 5% του ΑΕΠ της για αμυντικούς σκοπούς. Ο Νίκλας Σέρνινγκ εκτιμά μάλιστα ότι ο πρόεδρος Τζο Μπάιντεν θα συνεχίσει να ασκεί πιέσεις στη Γερμανία για το θέμα.

Σχεδόν και οι 30 χώρες-μέλη του ΝΑΤΟ, αναφέρει το SIPRI, αύξησαν τις στρατιωτικές τους δαπάνες το 2020. Εξαιτίας της πανδημίας το ΑΕΠ των περισσότερων χωρών μειώθηκε. Ταυτόχρονα όμως οι στρατιωτικοί προϋπολογισμοί παρέμειναν αμετάβλητοι. Επίσης ενδιαφέρον έχει ότι δώδεκα μέλη του ΝΑΤΟ έφτασαν να ξοδεύουν 2% για την άμυνα, ενώ την προηγούμενη χρονιά ( 2019) μόνον εννέα κράτη άγγιζαν αυτό το ποσοστό. Η Γαλλία είναι μία από τις τρεις που προστέθηκαν στη λίστα.

Οι εξοπλισμοί της Κίνας και ο μόνιμος φόβος των ΗΠΑ

Σε παγκόσμιο επίπεδο η καμπύλη των εξοπλιστικών δαπανών αυξάνεται σταθερά, κυρίως χάρη στην Κίνα, η οποία δαπανά εδώ και 26 χρόνια ολοένα περισσότερα χρήματα για τον στρατό. Το 2020 252 δισ. διοχετεύθηκαν στον κινεζικό στρατό. Μάλιστα από το 2011 έως το 2020, το SIPRI καταγράφει αύξηση 76% για την Κίνα. Ως αιτία αναφέρονται τα φιλόδοξα σχέδια εκσυγχρονισμού των κινεζικών οπλικών συστημάτων αλλά και τα «σχέδια επέκτασής τους».

Σημαντικότερος «ανταγωνιστής» της Κίνας είναι οι ΗΠΑ, η χώρα με τις μακράν υψηλότερες στρατιωτικές δαπάνες στον κόσμο. Σε απόλυτους αριθμούς οι αμερικανικές εξοπλιστικές δαπάνες πέρυσι ανήλθαν σε 778 δισ. δολάρια πέρυσι, ποσό κατά πολύ μεγαλύτερο από ολόκληρο τον γερμανικό προϋπολογισμό. Οι στρατιωτικές δαπάνες των ΗΠΑ αυξήθηκαν πέρυσι κατά 4,4%.

Το SIPRI αποδίδει αυτή την αύξηση κυρίως στην ανανέωση του πυρηνικού οπλοστασίου. Ένας άλλος λόγος είναι η αίσθηση απειλής. Πάνω απ’ όλα, όπως εξηγεί η Αλεξάνδρα Μαρκστάινερ, οφείλεται στον φόβο επικράτησης των «στρατηγικών ανταγωνιστών» – της Κίνας και της Ρωσίας. Το Πεντάγωνο, ο Λευκός Οίκος και μεγάλο μέρος της αμερικανικής κοινωνίας  ζουν μονίμως με αυτόν τον φόβο…

ΠΗΓΗ: Deutsche Welle/Φόλκερ Βίτινγκ

Πηγή: sofokleousin.gr